ΜΙΑ ΑΥΤΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δεκέμβριος 8, 2012

«Διέκοψαν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του ΕΜΠ», ο πρωτοσέλιδος τίτλος. «Ομάδα ταραξιών φοιτητών κατέλαβε το κέντρο Δικτύου», ο υπότιτλος. Στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, λίγες μέρες μετά την 39η επέτειο της κατάληψης από τους φοιτητές με αίτημα τη Δημοκρατία και με τίμημα τη ζωή κάποιων και τις συλλήψεις άλλων, οι σημερινοί φοιτητές, που «κατέλαβαν» το κέντρο του ηλεκτρονικού υπολογιστή για να περιορίσουν τη δημοκρατική έκφραση γνώμης των καθηγητών, μένουν ατιμώρητοι.

Θλιβερή αντίστιξη που μόνο θλίψη προκαλεί. Οι συνδικαλιστές στους ΟΤΑ καταλαμβάνουν τα κτίρια διοίκησης στους δήμους και μένουν απλήρωτοι όλοι οι συνάδελφοί τους, οι δικαστές κατεβαίνουν από την έδρα ή παίρνουν αποφάσεις που βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, σαράντα δισ. ευρώ φύγανε για τις ελβετικές τράπεζες με το «καλημέρα» της κρίσης, κόμμα της Βουλής που διεκδικεί την εξουσία ζητά συμμετοχή σε συλλαλητήριο μιας νεολαίας με αίτημα την? κατάλυση του κράτους. Τι συμβαίνει ξαφνικά;;; Βγάζουμε τα μάτια μας μόνοι μας;;;

Σε μία εβδομάδα ακριβώς, υπάρχει βάσιμη ελπίδα ότι θα πάρουμε μια ανάσα δεκάδων δισ. για να κλείσουμε τρύπες και να ξεκινήσουμε μία νέα πορεία.

Μέχρι τότε πρέπει να έχουν γίνει πολλά, με κύριο το φορολογικό. Αντί για την εικόνα, όμως, μίας κοινωνίας που διαισθάνεται το διακύβευμα, μοιάζουμε με κοινωνία αυτιστική που έχασε την επαφή με την πραγματικότητα.

«Ο Αυτισμός είναι η σοβαρότερη μορφή των Διαταραχών Επικοινωνίας, που αποκλείει το άτομο από το περιβάλλον του και το καθιστά ?κωφό? και ?τυφλό? στα γύρω του ερεθίσματα, ανήκει δε στις βαρύτατες διαταραχές της εξέλιξης».

Ο ορισμός του αυτισμού περιγράφει θαυμάσια την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει μεγάλο τμήμα της κοινωνίας και πολλά κόμματα σήμερα. Ο καθένας καταλαμβάνει, αποκλείει, διαδηλώνει, απειλεί και υβρίζει ανάλογα με το αίτημά του. Η αίσθηση του «κοινού συμφέροντος» εξέλιπε. Ολοι εναντίον όλων. Η κυβέρνηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια παρένθεση της καθημερινότητας, όταν οι αποφάσεις της ανατρέπονται εύκολα από τα δικαστήρια και τους κάθε λογής καταληψίες. Ετσι, όμως, σύντομα η χώρα η ίδια θα μεταβληθεί σε μια παρένθεση της Ιστορίας.

Advertisements

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Δεκέμβριος 6, 2012

Όταν σκεπτόμαστε ή μιλούμε για την Κρίση, η συνήθης αναφορά είναι σε σχέση με το επίπεδο ζωής που «χάσαμε» το 2008. Ενδόμυχη επιθυμία και στόχος η επάνοδος στον κόσμο που φτιάξαμε με τα ψέματα όλων των ηγετών και όχι μόνο των πολιτικών. Όταν σκεφτόμαστε τη σημερινή κατάσταση, με απώλεια  του ΑΕΠ 25%, συρρίκνωση αποδοχών και συντάξεων 30% και ανεργία 23%, η επιβίωση δείχνει ζήτημα δεικτών, εξόχως οικονομικό. Μακάρι να ήταν. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ είναι ευκολότερη από την αύξηση της συνολικής ευημερίας που συνεπάγεται αλλαγή της κοινωνίας. Αντί για το χαμένο παράδεισο, λοιπόν, στόχος είναι η επιβίωση όχι μόνον ατόμων και οικογενειών αλλά της κοινωνίας. Επιβίωση είναι η διάσωση βασικών χαρακτηριστικών και κατακτήσεων , που σηματοδοτούν την κοινωνία του 21ου  αιώνα,  και κινδυνεύουν λόγω της κρίσης. Αυτές είναι η δέσμευση για ελευθερία και αυτοδιάθεση, η πίστη στη δημοκρατία, ο σεβασμός στον «άλλο» και στα ανθρώπινα δικαιώματα, το αδιαπραγμάτευτο της αξίας της ζωής και το αυτονόητο της υπακοής στο νόμο. Η επιβίωση, με την έννοια αυτή, δεν είναι θέμα οικονομικό, αλλά πολιτισμικό και ηθικό. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο με οικονομική κατάρρευση, αλλά με πολιτισμική οπισθοχώρηση και ηθική υποβάθμιση. Η Ελλάδα σήμερα είναι μία πολύ πιο «εχθρική» χώρα για όσους κατοικούν εδώ, Έλληνες και ξένους. Ο κίνδυνος είναι η συνεχής υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής, η διάψευση προσδοκιών και η μαζική μετανάστευση.  Οι κίνδυνοι αυτοί αφορούν πολύ πιο σοβαρά και μακροχρόνια προβλήματα από την ύφεση.

Για να γίνει το χρέος βιώσιμο πρέπει να αυξηθεί ο παρονομαστής και μάλιστα πολύ. Αυτό χρειάζεται παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, για υποκατάσταση εισαγωγών και εξαγωγές,  δηλαδή ανάπτυξη με ποσοστά … Κίνας για τουλάχιστον 10 χρόνια. Ετούτο το ευλογημένο κομμάτι της Γής, έχει δυνατότητες που δεν έχουν  χώρες με προβλήματα, όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Η Γεωργία, ο Τουρισμός, η Ναυτιλία, η γεωγραφική θέση, οι φυσικοί πόροι, η ενέργεια, είναι πλεονεκτήματα ανεκμετάλλευτα. Η αξιοποίησή τους, όμως, έχει τρεις βασικές προϋποθέσεις. Σκληρή και συλλογική προσπάθεια, πολλές και μεγάλες επενδύσεις και ριζική αλλαγή του πολιτισμικού, πολιτικού και ηθικού μας υποδείγματος . Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή έχει τρωθεί η ίδια η «μήτρα» της κοινωνίας μας. Η επιβίωση, συνεπώς, εξαρτάται από την απάντηση σε επτά θανάσιμες απειλές.

Δημοκρατία: Ακραία κόμματα φαιοκόκκινης απόχρωσης δημιουργούν δικό τους … δίκαιο, με διείσδυση στην Αστυνομία, στο κοινό έγκλημα και στις τάξεις των «απελπισμένων».

Θεσμοί: Το Πολιτικό Σύστημα, η Βουλή, ο Συνδικαλισμός, η Αστυνομία, τα Δικαστήρια,  η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η Δημόσια Διοίκηση, όλα είναι στο χαμηλότερο σημείο κοινωνικής αποδοχής και αξιοπιστίας.

Δικαιοσύνη: Φοροφυγάδες, μικροί και μεγάλοι απατεώνες δεν διώκονται, ή δεν καταδικάζονται τελεσίδικα ακόμη και όταν διαπιστώνεται παραβατικότητα. Η αρνησιδικία υπονομεύει και τη λειτουργία της οικονομίας.

Κοινωνική δικαιοσύνη : Η καθιέρωση μόνιμου και προοδευτικού φορολογικού συστήματος και η εφαρμογή δίκαιων  εισπρακτικών κανόνων είναι η λυδία λίθος της επιβίωσης της χώρας. Μόνο έτσι η άνοδος του ΑΕΠ θα σημαίνει άνοδο στην ευημερία της κοινωνίας

Κοινωνικό Κράτος και Κοινωνική Συνοχή Η εξάρτηση κοινωνικών παροχών από το εργασιακό καθεστώς, ιδιαίτερα στην Ασφάλιση Υγείας, δημιουργεί στρατιές ανέργων, και ανασφάλιστων. Οι Υπουργοί Υγείας του ΟΟΣΑ, το 2010 αποφάσισαν ότι η κρίση επιβάλλει πρόσθετη  χρηματοδότηση από το Κράτος για να μην δημιουργηθεί ένα βουνό νοσηρότητας και θνησιμότητας στις επόμενες δεκαετίες.

Παιδεία: Η δημόσια εκπαίδευση και, ιδίως, το δημόσιο  Πανεπιστήμιο έχουν απαξιωθεί σοβαρά. Η κρίση επιβάλλει ενίσχυση του δημόσιου τομέα, με ταυτόχρονη απελευθέρωση του Ιδιωτικού.

Το Ηθικό οικονομικό  υπόδειγμα: Καινοτομία, επένδυση, παραγωγή, εξαγωγές και δουλειές απαιτούν ελευθερία του επιχειρείν και θεσμικό και νομικό περιβάλλον που δεν διώκει την επιχειρηματικότητα και τον επιχειρηματία. Σε αυτό στοχεύουν οι φιλελεύθεροι και η σύγχρονη αριστερά ως ιδεολογικό και πολιτικό αντίβαρο, με κοινό τόπο πάντα το συμφέρον της χώρας. Η Ελληνική  οικονομία σήμερα δεν χρειάζεται άλλο ένα Μαρξιστικό «πείραμα», αλλά δημοκρατική σύνθεση απόψεων με στόχο παραγωγή πρώτα και δίκαιη κατανομή μετά. Μία κρατικιστική Ελλάδα δεν μπορεί, πλέον, ούτε καν να επαιτεί

Αυτή η Ελλάδα, με αξιόπιστες απαντήσεις στις παραπάνω επτά θανάσιμες απειλές,  μπορεί να αξιώσει και όχι να επαιτεί τη βοήθεια της Ευρώπης. Έτσι θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και όχι την καλοσύνη των ξένων.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑΣ

Νοέμβριος 21, 2012

Εδώ και καιρό η διακυβέρνηση της χώρας έχει αντικατασταθεί από την παρατεταμένη αλλά απέλπιδα προσπάθεια διαχείρισης κρίσης. Αποτελεί πρόβλημα, όμως, ότι δεν έχει ορισθεί σαφώς το ακριβές περιεχόμενο της κρίσης. Είναι κρίση δημόσιου, ιδιωτικού ή εξωτερικού χρέους, κρίση ρευστότητας, χαμηλής παραγωγικότητας, ανεπαρκούς ζήτησης, μερικά ή όλα από τα παραπάνω; Ποιο είναι πιο απειλητικό και πού πρέπει να στραφεί η εθνική προσπάθεια; Ο ασαφής προσδιορισμός του και η μη αντιμετώπιση του προβλήματος έχει ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή ενημέρωση και, συνεπώς, την απροθυμία ανοχής ή και συστράτευσης του κόσμου σε προσπάθειες και μέτρα, τη σκοπιμότητα των οποίων αγνοεί ή δεν καταλαβαίνει. Αυτό τρέφει τον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης και διαβρώνει την απαραίτητη πολιτική συναίνεση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ταυτόχρονα, ο καιροσκοπισμός ανεπαρκών και ιδιοτελών πολιτικών κατακερματίζει το ήδη αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα και δίνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα μεταβάλλεται, αν δεν είναι ήδη, σε ένα Failed State. Τρανταχτό παράδειγμα όσα προηγήθηκαν και όσα διαδραματίσθηκαν την αποφράδα νύχτα της 7ης Νοεμβρίου στη Βουλή.

Η χώρα, πράγματι, δεν κυβερνάται, με σκοπό την αντιμετώπιση όσων ιστορικά ευθύνονται για την κρίση. Επί τρία χρόνια, κυβερνήσεις διαφόρων αποχρώσεων και συνθέσεων απέφυγαν να αλλάξουν δομές, συμπεριφορές και θεσμούς. Το μόνο που έκαναν ήταν να εξευτελίζουν τη χώρα ζητώντας συνεχείς παρατάσεις στην εκπλήρωση υποχρεώσεων και αυξάνοντας το χρέος χωρίς να αγγίζουν τις πηγές των ελλειμμάτων. Αντί να απολύσουν άχρηστους, ανίκανους και ανέντιμους, έκοψαν μισθούς χρήσιμων, ικανών και εντίμων. Αντί να κλείσουν μερικά άχρηστα νοσοκομεία, τα στραγγάλισαν όλα. Αντί να πιάσουν τη φοροδιαφυγή, έκρυψαν φοροφυγάδες. Αντί να στείλουν στον εισαγγελέα όσους διαλύουν πανεπιστήμια, κλείνουν λιμάνια και σταματούν έργα, τους προστάτευσαν. Ολα, επειδή φοβόντουσαν το πολιτικό κόστος. Τώρα που η χώρα «σταμάτησε» και η ανεργία γιγαντώθηκε, να δούμε ποιος θα χρεωθεί το κόστος της χρεοκοπίας. Τώρα θα φανεί ότι το πραγματικό κόστος είναι αυτό της αδράνειας. Μας πήρε δέκα χρόνια να παραδεχτούμε ότι ο Τ. Γιαννίτσης είχε δίκιο. Οταν καταλάβουμε ότι η αδράνεια του 2009-2012 βούλιαξε τη χώρα, θα είναι αργά.

Ποιοι σταμάτησαν τις απαραίτητες αλλαγές, ποιοι αντέδρασαν στα τελευταία «Μέτρα» και ποιοι θα ευθύνονται για τη διαφαινόμενη χρεοκοπία; Διακρίνω δύο κατηγορίες (εξαιρούνται τα δύο ακραία κόμματα λόγω… ακαταλόγιστου). Πρώτον τους «τρελαμένους» ΣΥΡΙΖΑ και ΑNΕΛ και, δεύτερον, τα «ορφανά» της παλιάς εξουσίας, κυρίως του ΠΑΣΟΚ αλλά και της Ν.Δ., που διεγράφησαν ή μεταπήδησαν στους πρώτους. Αυτοί ποιο πολιτικό κόστος ήθελαν να αποφύγουν, ποια κεκτημένα θέλουν να διατηρήσουν με την αντίδρασή τους στα «μέτρα»; Για ορισμένους, όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης, η αντίδραση παίρνει μία εξοργιστικά καιροσκοπική μορφή. Αφού βρήκε πολιτική στέγη για τα προς το ζην και αναγνωστικό κοινό στο… ρωμαλέο ΠΑΣΟΚ του 2000, σαλπάρει τώρα προς το κακέκτυπο του ΣΥΡΙΖΑ. Για άλλους, λιγότερο προικισμένους, στόχος είναι η διατήρηση κάποιας θέσης, μισθού ή δουλειάς για το παιδί.

Οι υπόλοιποι, όμως, οι πολλοί, θα υποχρεωθούν τώρα να μας εξηγήσουν γιατί έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία; Οταν οι δημόσιοι υπάλληλοι πάρουν μειωμένο μισθό τον Δεκέμβριο ποιος θα φταίει για την καθυστέρηση της δόσης; Ή μήπως πιστεύουν ότι «οι ξένοι» είναι ηλίθιοι και ότι θα αρχίσει να βρέχει ευρώ επειδή 153 βουλευτές άντεξαν; Και τον Προϋπολογισμό θα περιμένουν και τις διαρθρωτικές αλλαγές να ψηφισθούν και, κυρίως, να εφαρμοσθούν πολλά άλλα, πριν ανοίξουν την κάνουλα για οτιδήποτε άλλο εκτός από τις δόσεις των δανείων. Μετά την τριετή εμπειρία αναβολών, αναστολών, καθυστερήσεων, απεργιών και καταστροφών, φαντάζεται κανείς ότι έχουν εμπιστοσύνη στους Ελληνες πολιτικούς; Αχώνευτος μπορεί να είναι ο κ. Σόιμπλε, αλλά έχει δείκτη ευφυΐας σίγουρα πάνω από του κ. Καμμένου και του κ. Λαφαζάνη. Και αν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι καλύτερα να παράγουμε αντί να απεργούμε, το Μετρό να έχει έσοδα αντί να πληρώνει απεργούς-μαϊμούδες, οι δικαστές να δικάζουν φοροφυγάδες, η ΔΗΜΑΡ να ενδιαφερθεί για τους ανέργους και όχι για τους εργαζόμενους «πελάτες», όταν, τελικά, αρχίσουμε να μοιάζουμε με «κανονική» χώρα, θα έρθει και η… δόση ως ανταμοιβή. Μέχρι τότε, όποιος αντέξει, και όπως… ψήφισε.

ΤΩΡΑ ΟΛΑ ΣΕ ΕΜΑΣ: ΔΥΣΤΥΧΩΣ…

Νοέμβριος 18, 2012

Μετά από τρία χρόνια βομβαρδισμού με ειδήσεις, αναλύσεις, ψέματα και αλήθειες, διλήμματα, απειλές και φρούδες ελπίδες, πολύς κόσμος έχει συνειδητοποιήσει, ο καθένας με τον τρόπο του, ότι η βοήθεια απ’ έξω είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη σωτηρία της χώρας. Οι «δόσεις», όπως και στα εξαρτημένα άτομα, φέρνουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά οξύνουν το πρόβλημα και οδηγούν στο θάνατο. Τρία χρόνια τώρα, οι πολιτικές ηγεσίες απέτυχαν να μας ενημερώσουν σωστά και να μας κινητοποιήσουν. Έτσι, ο λαός μας σήμερα είναι έρμαιο λαϊκίστικων και ανεύθυνων δημαγωγών, αλλά και ανθρώπων του κοινού ποινικού δικαίου που εκμεταλλεύονται τα αισθήματα φόβου, απελπισίας και οργής που ξυπνούν τα χειρότερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης.

Για να γίνει το χρέος βιώσιμο, η αναγκαία συνθήκη είναι να αυξηθεί ο παρονομαστής και μάλιστα πολύ. Για να αυξηθεί το ΑΕΠ, χρειάζεται παραγωγή, πολλή παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Η παραγωγή αυτή πρέπει να υποκαταστήσει εισαγωγές και να εξαχθεί. Αυτό σημαίνει πολύ γρήγορη ανάπτυξη που πρέπει να φτάσει ποσοστά …Κίνας, για τουλάχιστον 10 χρόνια. Σε τούτο το ευλογημένο κομμάτι της Γής, αυτό μπορεί να γίνει, αλλά μόνο υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Έχουμε δυνατότητες που δεν έχουν άλλες χώρες που τώρα είναι σε δύσκολη, αλλά καλύτερη από εμάς θέση, όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Η γεωργία, ο τουρισμός, η ναυτιλία, η γεωγραφική μας θέση, οι ανθρώπινοι και φυσικοί μας πόροι και, ίσως, η ενέργεια, είναι πλεονεκτήματα που δεν έχουμε καν ακουμπήσει. Η αξιοποίησή τους όμως χρειάζεται δύο πολύ βασικές προϋποθέσεις. Πολύ σκληρή και συλλογική προσπάθεια και πολλές και μεγάλες επενδύσεις.

Η προσπάθεια εξαρτάται μόνο από εμάς. Τρία χρόνια τώρα αρνηθήκαμε να κάνουμε όσα μπορούσαμε. Να αλλάξουμε την κοινωνία, την οικονομία, τους θεσμούς και τις συνήθειες που μας έφεραν, πάλι, στο γκρεμό. Ακόμη και τώρα, κάποιοι διεκδικούν να κυβερνήσουν υποσχόμενοι να τα «αλλάξουν όλα», να μας γυρίσουν πίσω με «ένα νόμο ενός άρθρου». Αν πιστέψουμε ότι οι θυσίες πήγαν χαμένες, τώρα, μάλιστα, που κοντεύουμε να εξαλείψουμε τα πρωτογενή ελλείμματα, αλλά μόνο με ύφεση, όχι με παραγωγή, αν επιλέξουμε επιστροφή στα παλιά, η χώρα θα εξαερωθεί σε λίγες μέρες. Η θεραπεία λαοπλάνων και λαϊκιστών δεν θα προλάβει καν να δοκιμαστεί, γιατί τα πτώματα δεν αντιδρούν ούτε στα θαύματα, αν δεχθούμε ότι υπάρχουν. Και δεν θέλω να σκεφθώ τι θα γίνει αν το «νταηλίκι» για μονομερή διαγραφή χρεών, γίνει δημοκρατική πολιτική επιλογή.

Συνεπώς, αν εμείς το θελήσουμε, είναι στο χέρι μας να σωθούμε. Η συνειδητή μας προσπάθεια να διεκδικήσουμε αυτό που μας αξίζει, σημαίνει αυτοκριτική ηγετών και πολιτών, διάθεση για απαλλαγή από καταστρεπτικά στερεότυπα και το περίφημο ελληνικό φιλότιμο. Η γενιά της Μεταπολίτευσης δεν πρέπει να συμβιβασθεί με την κατηγορία ότι κατέστρεψε τη χώρα καλοπερνώντας με δανεικά και έστειλε το λογαριασμό στα παιδιά της. Ακόμη και αυτό, όμως, δεν φτάνει .Είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη. Το μέγεθος του χρέους μας είναι τόσο θηριώδες, που καμιά θαυματουργή μεταβολή μας σε τέρατα παραγωγικότητας, ακόμη και αν μπορούσε να γίνει με μαγικό ραβδί, δεν μπορεί να το μειώσει. Χρειαζόμαστε κεφάλαια για τις πολλές και μεγάλες επενδύσεις που θα δώσουν τους πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επειδή τα λεφτά που φυγαδεύσαμε, ακόμη και αν έρχονταν πίσω, δεν φτάνουν, χρειάζεται η βοήθεια φίλων και εταίρων. Πρώτον για μείωση τόκων και επιμήκυνση και δεύτερον -και το κυριότερο- για ουσιαστικές, μεγάλες επενδύσεις. Η ανάδειξη και εκμετάλλευση των δυνατοτήτων μας, μπορεί να γίνει μόνο όπως γίνεται παντού, με ξένες άμεσες επενδύσεις σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα γίνει ευρωπαϊκή και παγκόσμια υπόθεση, όπως ήταν και η χρεοκοπία μας, τα τελευταία τρία χρόνια. Γι’ αυτό πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και όχι την καλοσύνη των ξένων.

Η δόση αυτή, που ελπίζω να αποδειχθεί η τελευταία που δίνεται κάτω από τις τραγικά εκβιαστικές συνθήκες που ζούμε, είναι η τελευταία, αλλά χρυσή ευκαιρία. Το αν θα αποδειχθεί τελευταία ή χρυσή, εξαρτάται από εμάς. Είμαι αισιόδοξος; Αντιγράφω, επί λέξει, από μία φίλη στο Facebook: «Πρωινές ειδήσεις στο Bloomberg: Παίζεται το βίντεο με τον προπηλακισμό του Γερμανού Προξένου, μετά ο δημοσιογράφος κάνει «γέφυρα» για την επόμενη είδηση που είναι η Πορτογαλία, λέγοντας «ας πάμε τώρα σε μια πιο πολιτισμένη χώρα». Τα συμπεράσματα δικά σας. Αν ο δημοσιογράφος έχει άδικο ότι αυτοί είμαστε, εξαρτάται από εμάς να το απαντήσουμε πειστικά. Αν όμως έχει δίκιο, τότε δεν αξίζει καν να σωθούμε.

QUO VADIS ΕΛΛΑΔΑ?

Νοέμβριος 13, 2012

Αν κάποιος είχε την παραμικρή αμφιβολία, τώρα πια ξέρει ποιος κάνει κουμάντο στην Ευρώπη. Με μία προσεκτικότερη ματιά, ξέρουμε όχι μόνο ότι είναι η Γερμανία, αλλά και ότι είναι μία Γερμανία πολιτικά χριστιανοδημοκρατική και οικονομικά φιλελεύθερη. Οι σοσιαλιστές χάνουν συνεχώς έδαφος και το Die Linke, στην εκλογική του επιρροή μοιάζει με ΚΚΕ, όχι με ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτήν τη Γερμανία καλούμαστε να συμπλεύσουμε, όπως έχει κάνει η υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και η Γαλλία του Ολάντ. Με αυτήν την οικονομία καλούμαστε να προσαρμοσθούμε. Αυτή η Γερμανία και αυτή η Ευρώπη θα μας δώσει, αν μας δώσει, την «τρίτη δόση». Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι πρέπει να γίνουμε Γερμανία, αλλά σίγουρα σημαίνει ότι οι απόψεις μας για την οικονομία δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντιθετικές. Η αντίληψή μας για το ρόλο του Κράτους, του ιδιωτικού τομέα και της Αγοράς, πρέπει να συγκλίνει στα πολύ βασικά με αυτήν της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, όμως, η Ελλάδα οσονούπω μεταβάλλεται σε σοσιαλιστικό κρατικό παράδεισο, όνειρο του Μαρξισμού-Λενινισμού. Η αριστερή φυλή με τις φράξιές της και τα «ορφανά» του ΠΑΣΟΚ, μετρούν δημοσκοπικά 50%. Τα δύο πρώην «μεγάλα» κόμματα, ίσως φτάνουν το 30%, αλλά δεν διαφέρουν πολύ στη σχέση τους με το Κράτος. Μένει ένα 15%, εθνικιστές πατριδολάτρες και ξενοφοβικοί ρατσιστές. Για τους φιλελεύθερους, με την όποια έννοια του όρου, είναι ζήτημα αν μένει 2-3%.

Απίστευτο και ίσως όχι αληθινό, το φαινόμενο είναι μοναδικό για ευρωπαϊκή χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα και ελεύθερες εκλογές. Οι μισοί Έλληνες φαίνονται έτοιμοι να παραδοθούν σε κάποια «σοβιετική» κομματική γραφειοκρατία, ενώ κάτι ανάλογο αποδέχονται έμμεσα και αρκετοί οπαδοί των δύο πρώην κομμάτων εξουσίας. Μία φοβισμένη (ή φοβική) κοινωνία, εναποθέτει πάλι στο Κράτος τις τύχες των παιδιών της. Πολλοί θα το απέδιδαν στην κρίση και την ανασφάλεια. Η βίαιη και απότομη απώλεια της πρόσφατης ευμάρειας, προκαλεί επιθυμία διατήρησης «κεκτημένων». Καθώς αυτό φαίνεται αδύνατο, το άτομο στρέφεται όπου έχει συνηθίσει. Στην έννοια του Κράτους – Αφέντη και στην προστασία, τις παροχές και τα ρουσφέτια. Οι Έλληνες που πιστεύουν στις δικές τους δυνάμεις, που διεκδικούν το δικαίωμα να καθορίσουν τις τύχες τους, έχουν μόνο δύο επιλογές. Να φύγουν στο εξωτερικό, ή να παλέψουν έναν αγώνα φαινομενικά χαμένο από χέρι. Οι πρόσφατες εκλογές έδειξαν μία ζαλισμένη κοινωνία να οδεύει στην καταστροφή, χωρίς στοιχειώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης. Όπως και στο παρελθόν, η Ελλάδα έδειξε να πάσχει από ανίατη ασθένεια, ένα αυτοάνοσο νόσημα που «κόλλησε» πριν από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Στα αυτοάνοσα νοσήματα, ο οργανισμός στρέφεται κατά του εαυτού του, προκαλώντας ανικανότητα και συχνά το θάνατο. Η ασθένεια από την οποία πάσχει η νεοελληνική κοινωνία, ιστορικά, είναι η «εξάρτηση από άλλους». Η ανικανότητα που αυτό προκαλεί, είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις του ατόμου και της κοινωνίας και η εξάρτηση από «κηδεμόνες» για τη διασφάλιση ατομικής ευημερίας και κοινωνικής συνοχής.

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, οι «άλλοι» ήταν οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες. Μετά τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους, κηδεμόνες ήταν οι τρείς μεγάλες δυνάμεις που μας προμήθευσαν Βασιλείς και κάποια υποτυπώδη άρχουσα τάξη. Στον 20ο αιώνα, περνάμε στην εξάρτηση από το Παλάτι και τον «ξένο παράγοντα», με εκπροσώπους τη μικρή εμπορική τάξη και την ελαφρά βιομηχανία. Μετά τον Εμφύλιο, στην άρχουσα τάξη προστίθενται οι μαυραγορίτες της Κατοχής, αφού «ξεπλύθηκαν» από τη νικήτρια Δεξιά, που διαχειρίζεται το Σχέδιο Μάρσαλ σε συνεργασία με το Παλάτι. Η περίοδος μετά τον Εμφύλιο, χωρίζεται σε δύο περιόδους. Από το 1950 μέχρι το 1974, η Δεξιά κυριαρχεί πολιτικά και εκλογικά, αλλά όχι ιδεολογικά. Αν και νικήτρια, δεν επιδιώκει ιδεολογική κυριαρχία του φιλελεύθερου προτύπου στην οικονομία, αξιοποιώντας και τη σημαντική οικονομική ανάπτυξη, έναντι του κομμουνιστικού μοντέλου που έχασε τον πόλεμο. Αντίθετα, προτίμησε να χωρίσει μία φτωχή, δυστυχισμένη και αποδεκατισμένη κοινωνία, σε «πατριώτες» και σε «μιάσματα» που διώκονται αλύπητα. Είναι τραγικό αλλά αληθινό ότι η περίοδος της Χούντας και της διεθνούς απομόνωσης, είναι η μόνη φορά που η Ελλάδα διαχειρίζεται, μόνη, τις τύχες της, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Το 1974, η Δεξιά επιχειρεί τη μεταμόρφωση σε σύγχρονο ευρωπαϊκό συντηρητικό κόμμα, χωρίς επιτυχία. Η χώρα παραμένει χωρίς εσωτερική δυναμική, κάτι που διαπίστωσε ο Κων. Καραμανλής εντάσσοντας τη χώρα, σχεδόν εκβιαστικά, για να «μάθει να κολυμπάει», στην τότε ΕΟΚ. Φαινομενικά, η κατάσταση αλλάζει με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981. Το σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», συναρπάζει και φουσκώνει τις τάξεις του, αλλά δεν θεραπεύει την εθνική μας αρρώστια. Ο Έλληνας μπορεί να «κέρδισε» την Ελλάδα, αλλά δεν κέρδισε τη μοίρα του. Πολύ πρόθυμα, σαν έτοιμος από καιρό, έσπευσε πάλι να εκχωρήσει την εξουσία, αυτή τη φορά στο Κόμμα. Η εξάρτηση από κοτζαμπάσηδες με κομματική ταυτότητα ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, αργότερα, συνεχίζεται. Τριάντα χρόνια και πέντε «πακέτα» μετά την είσοδο στην ΕΟΚ, δεν έφεραν την αυτόνομη ανάπτυξη. Ο Έλληνας ακόμη αναζητά δανεικά και προστασία οπουδήποτε αλλού, εκτός από τη δική του δημιουργική και ανεξάρτητη πορεία. Όπως στο αυτοάνοσο νόσημα, ο Έλληνας εξακολουθεί να στρέφεται κατά του εαυτού του.

Η σχέση του πρότερου ΠΑΣΟΚ με την παραγωγή, ήταν θλιβερή. Εξ’ αρχής ασχολήθηκε με τη διανομή προϊόντος και, ελλείψει παραγωγής, τη διανομή δανεικών και χρεοκοπημένων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που ο Γερ. Αρσένης δώρισε σε πράσινους τιτλούχους. Έγιναν φύλλο και φτερό εν ριπή οφθαλμού και πολλοί καλοπέρασαν με τα λείψανα. Τότε μπήκαν οι βάσεις της διαπλοκής, αναδείχθηκαν οι εθνικοί προμηθευτές και πέθανε η υγιής επιχειρηματικότητα. Ένα σατανικό πλέγμα νομικών και θεσμικών ρυθμίσεων σχημάτισε τείχος αδιαπέραστο, χωρίς κομματικά διαπιστευτήρια ή γερό λαδωτήρι. Πράσινα stop shops δημιουργούνται σε Οργανισμούς και Υπουργεία, όπου ο αφελής επενδυτής πληρώνει «διόδια». Εξοβελίσθηκε η ιδεολογία που θα στήριζε την παραγωγική μηχανή της κοινωνίας. Η έννοια του κέρδους δαιμονοποιήθηκε όσο τίποτε άλλο και η επιχειρηματικότητα έγινε συνώνυμο της κλεψιάς. Το δικαίωμα του εργαζομένου προστατεύτηκε, αλλά ξεχάσαμε ότι εργασία σημαίνει επιχειρήσεις, επενδύσεις και επιχειρηματίες. Στο όνομα διεκδικήσεων, εκδιώχθηκαν μεγάλες ξένες επιχειρήσεις. Η επιχειρηματικότητα περιορίσθηκε σε μικρομάγαζα και φασονάδικα, που εύκολα μετακόμισαν όταν το εργατικό κόστος και η κρατική βουλιμία για έσοδα και μίζες τις έπνιξαν. Κανείς δεν έκλαψε για τον επιχειρηματία που έπρεπε να «λαδώσει» για να επιβιώσει και «έκλεβε» ΦΠΑ και εισφορές. Το σκηνικό διαμορφώθηκε σε σοσιαλδημοκρατικό περιβάλλον, αλλά συνέπλευσε άνετα η συντηρητική, θεωρητικά φιλελεύθερη ΝΔ, όποτε κυβέρνησε.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ για το Μέλλον, αν υπάρξει: Για να υπάρξει διανομή, πρέπει πρώτα να υπάρξει παραγωγή. Για να υπάρξουν παραγωγή και δουλειές, σε μία ευρωπαϊκή χώρα, χρειάζεται ελευθερία του επιχειρείν και κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον. Η κοινωνία πρέπει να πάψει να θεωρεί την επιχειρηματικότητα έγκλημα και τον επιχειρηματία κλέφτη. Μόνο έτσι θα υπάρξει καινοτομία, επένδυση, δουλειές και εξαγωγές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και στην αναδιοργάνωση της παραγωγικής μηχανής στοχεύουν οι φιλελεύθεροι, αλλά και η σύγχρονη αριστερά που αποτελεί το απαραίτητο ιδεολογικό και πολιτικό αντίβαρο. Ο κοινός τόπος μεταξύ φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών, απασχολεί όλη την Ευρώπη και βρίσκεται, πάντα, στο συμφέρον της χώρας. Στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα και η οικονομία σήμερα, αυτό που έχει ανάγκη είναι η δημοκρατική σύνθεση απόψεων με στόχο την παραγωγή πρώτα και τη δίκαιη κατανομή μετά. Δεν χρειάζεται άλλο ένα Μαρξιστικό «πείραμα», αλλά ένα σύγχρονο φιλελεύθερο κόμμα. Αυτή η Ελλάδα, μπορεί να αξιώσει και όχι να επαιτεί τη βοήθεια της Ευρώπης. Μία κρατικιστική Ελλάδα, δεν μπορεί ούτε καν να επαιτεί.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΩΣΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Οκτώβριος 30, 2012

Στο πόκερ υπάρχει μια σοφή συμβουλή «σταμάτα όσο κερδίζεις». Επίσης, είναι γνωστό ότι η μπλόφα θέλει μεγάλη τέχνη, γιατί, ενίοτε, κάποιος μπορεί να σου πει «τα βλέπω» και να έχει καρέ του άσου. Οταν φτάνεις στο «δεν ψηφίζω τα εργασιακά», κερδίζεις κάποιες αριστερές και φιλολαϊκές «μάρκες», αλλά κινδυνεύεις να τα χάσεις όλα αν φτάσεις να παίζεις τα «ρέστα σου». Είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι αυτή η χώρα θα διαλυθεί για το… επίδομα γάμου; Ή για τις αποζημιώσεις υψηλόμισθων εργαζομένων; Φυσικά όχι. Μπορεί όμως, πολύ εύκολα να φανταστεί την έκρηξη που θα προκαλέσει η αντίδραση 1,3 εκατομμυρίων μακροχρόνια ανέργων, νέων χωρίς δουλειά και άλλων απελπισμένων ψυχών. Ακόμη χειρότερα, όταν το ρίσκο περιέχει και το ενδεχόμενο να «κουραστούν» κάποιοι από τους δανειστές και να «δουν» τα πολιτικά μας «ρέστα».

Αυτά, ας τα σκεφθεί η ΔΗΜΑΡ. Οταν υπουργός της επικαλέσθηκε τις «ψυχές» που κινδυνεύουν με απόλυση, δεν σκέφτηκε τις ψυχές των ανέργων. Ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στην «Κ» το είπε ευθαρσώς. «Είναι λυπηρό να υπερασπίζονται άνθρωποι σοβαροί και προοδευτικοί τα συμφέροντα των ολίγων. Γιατί λίγοι είναι εκείνοι που θίγονται με τη νέα ρύθμιση των αποζημιώσεων». Είναι και ανήθικο και αντιδραστικό, θα συμπλήρωνα, αφού το σύνολο των «εργασιακών», έχει στόχο να κάνει την εργασία φθηνότερη, την πρόσληψη ευκολότερη και απευθύνεται στο κατ’ εξοχήν πρόβλημα της ανεργίας. Είναι τώρα το πρόβλημά μας η αποζημίωση του τραπεζικού υπαλλήλου που θα απολυθεί με τη συγχώνευση, ή το ότι δουλειές των 400 ευρώ δεν πάνε στα παιδιά μας γιατί η νομοθεσία τους κάνει ακριβότερους και μη «ελκυστικούς»;

Ο κ. Κουβέλης και σύσσωμη η ΔΗΜΑΡ επαναλαμβάνει την… καραμέλα: «Τα εργασιακά δεν αφορούν το δημοσιονομικό πρόβλημα». Μα ο κάθε πολιτικός ηγέτης θα έπρεπε να γνωρίζει ότι, σε αντίθεση με το δημοσιονομικό έλλειμμα, το πραγματικό μας πρόβλημα είναι το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών. Το δημοσιονομικό, θεωρητικά, και αν είσαι σοβαρή χώρα, το λύνεις σε 2-3 χρόνια κόβοντας σπατάλες και φορολογώντας σωστά. Αυτό που θα έχεις πετύχει, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να μην προσθέτεις άλλο στο χρέος. Αυτό, όμως, δεν θα σου δώσει αυτά που χρειάζεσαι για να επιτύχεις την πολυπόθητη «εθνική ανεξαρτησία». Θυμίζω ότι αυτός είναι ο διακηρυγμένος στόχος όλων των κομμάτων, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση. Αυτό κάνει τον στόχο ιδιαίτερα σημαντικό.

Το 2009, η Ελλάδα εισήγαγε 38 δισ. ευρώ περισσότερα από ότι εξήγαγε. Εξωτερικό έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ ήταν εκτός λογικής για σοβαρή χώρα. Σήμερα, το έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ, ή 20 δισ. ευρώ. Τόσα λείπουν για να γίνουμε «ανεξάρτητοι». Αυτά θα έλθουν μόνο από τον τουρισμό, τις εξαγωγές, και την υποκατάσταση εισαγωγών, δηλαδή από αυξημένη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Πρόσθετη παραγωγή σημαίνει νέα απασχόληση και νέες προσλήψεις. Αυτό πρέπει να το σκεφθούν σοβαρά όσοι προτείνουν να τα «σπάσουμε» για την προστασία των ήδη εργαζομένων, αγνοώντας τους ανέργους. Η κοινωνία αυτό δεν θα το συγχωρήσει, θα εκραγεί το καζάνι με τους 1.300.000 απελπισμένους και θα κυνηγήσει κάποιους, αλλά ποιους; Οσους θέλουν να εξασφαλίσουν στον άνεργο μία προσωρινή, κακοπληρωμένη, ακόμη και αβέβαιη δουλειά, ή αυτούς που αρνούνται να ανοίξουν δρόμο στην εργασία επιμένοντας σε ακόμη περισσότερη προστασία των ήδη εργαζομένων;

Εδώ τίθεται, αμείλικτα, το ερώτημα για την «κυβερνώσα αριστερά», λογικά το όνειρο γενεών αριστερών, που σήμερα διανύει τα παιδικά του βήματα με τη ΔΗΜΑΡ. Κυβερνώ, όμως, δε σημαίνει απολαμβάνω προνόμια, ή ικανοποιώ όνειρα και ίσως και μία δόση θεμιτής ματαιοδοξίας. Κυβερνώ σημαίνει σεβασμό προς τον λαό, όλο τον λαό, όχι το τμήμα που με ψήφισε, ή που σκέπτεται σαν και εμένα. Κυβερνώ σημαίνει ξεχνώ τους κομματικούς τακτικισμούς, που με έφεραν στην, μερική έστω, εξουσία και απευθύνομαι στην κοινωνία. Υπευθυνότητα, τέλος, σημαίνει ρίσκο. Ρίσκο, όμως, όπου το κέρδος είναι του λαού, όχι δικό μου. Γιατί, αν εγώ κερδίσω αλλά χάσει ο λαός, το κέρδος μου είναι χωρίς αντίκρισμα. Αυτό πρέπει να σκεφθεί η ΔΗΜΑΡ σήμερα και από εδώ και πέρα μέχρι η χώρα να σταθεί στα πόδια της. Και όταν αυτό συμβεί, τότε να πει: Ημουν και εγώ εκεί όταν σώναμε τη χώρα, όταν τολμήσαμε.

ΟΙ ΑΔΕΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Οκτώβριος 23, 2012

Ολοι καταλαβαίνουμε ότι η Υγεία είναι σε δομικό αδιέξοδο. Καθημερινά δημοσιεύματα για τον «δεν πληρώνω» ΕΟΠΥΥ, βάσανα με τα φάρμακα, εμπάργκο προμηθευτών, απεργίες, κλείσιμο επιχειρήσεων, όλα δείχνουν κατάρρευση. Αν κάποιοι λυπούνται τον κ. Στουρνάρα, κανείς δεν ζηλεύει τον υπουργό Υγείας. Και οι δύο κινούνται σε τοπίο ρημαγμένο από «βόμβες διασποράς» που εκτόξευε επί δεκαετίες το πολιτικό μας σύστημα. Ο ανασχεδιασμός της οικονομίας των 200 δισ. και της υγείας των 24 δισ., σε συνθήκες τερατώδους ύφεσης, είναι έργα τιτάνια, πολιτικά σχεδόν αδύνατα.

Το μείζον πολιτικό πρόβλημα στην Υγεία είναι η τεράστια υποχώρηση των οικονομικών μεγεθών της ζήτησης και της προσφοράς, δηλαδή του «τζίρου». Η αποσάθρωση της οικονομίας και η εξαφάνιση των εισοδημάτων ενάμισι εκατομμυρίου ενεργών μελών της κοινωνίας, δεν παράγει εισοδήματα, φόρους και εισφορές που συντηρούσαν το ΕΣΥ και έτρεφαν τον ιδιωτικό τομέα. Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης αφορά τις δημόσιες δαπάνες, τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και τις υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ (πρώην ΙΚΑ). Το αποτέλεσμα είναι η δυσλειτουργία νοσοκομείων και το έντονα πολεμικό κλίμα στις σχέσεις με τους επαγγελματίες της Yγείας στο δημόσιο σύστημα. Στον ιδιωτικό χώρο, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Μετά τη «θηριώδη» ανάπτυξη πόρων και υποδομών (γιατροί, κτίρια, τεχνολογία), ιδίως κατά τη «μοιραία» 10ετία 2000-2009 η αναιμική ζήτηση του 2012 και της επόμενης 5ετίας δεν μπορεί να συντηρήσει την υπάρχουσα υπερπροσφορά. Αναπόφευκτα είναι συμπίεση αμοιβών, μείωση θέσεων εργασίας, κλείσιμο μονάδων και αύξηση της ζήτησης σε δημόσιες υποδομές, που κάνει το πρόβλημα της υποχρηματοδότησής τους ακόμη οξύτερο. Το μόνο που μένει για την επόμενη 5ετία είναι η πολιτική διαχείριση της μετάβασης από το 10% του ΑΕΠ των 245 δισ. στο 9% των 200 δισ. του 2012, δηλαδή από 24,5 δισ. στα 18 δισ. Ποιος χάνει και πόσο από την «απώλεια» των 6,5 δισ. είναι, δυστυχώς, το άμεσο ζητούμενο της πολιτικής στην υγεία σήμερα.

Οι απώλειες εκτείνονται σε ολόκληρο το φάσμα. Γιατροί δεν προσλαμβάνονται ακόμη και όπου χρειάζονται, ούτε νοσηλεύτριες, είδος ήδη σε επικίνδυνη ανεπάρκεια. Λείπουν τα υλικά και οι προμηθευτές, ιδίως οι έντιμοι, καταστρέφονται. Το ηθικό όλων είναι καταρρακωμένο καθώς οι μόνες ενέργειες είναι στην κατεύθυνση των περικοπών και καθόλου στην ποιότητα και τη σημασία του έργου. Οι άρρωστοι χάνουν σε ποιότητα περίθαλψης, οι υγιείς πληρώνουν χωρίς αντίκρισμα, οι εργαζόμενοι χάνουν εισοδήματα και ολόκληρη η κοινωνία αισθάνεται ανασφάλεια. Στην Yγεία αυτό είναι ολέθριο και επικίνδυνο. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο υπουργός Υγείας πρέπει να διασχίσει το πεδίο μάχης με ένα όχημα, τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς πυρομαχικά και με το προσωπικό του έτοιμο για ανταρσία. Δεν μπορεί να σταματήσει, αλλά πρέπει να το διορθώσει εν κινήσει, πράγμα απίθανο. Η υγειονομική μεταρρύθμιση σε ώρα κρίσης με το σύστημα σε λειτουργία είναι διεθνώς το πιο δύσκολο εγχείρημα εφαρμοσμένης πολιτικής.

Ενα πολύτιμο δέντρο φυτεμένο σε λάθος εποχή, σε λάθος έδαφος, από αδέξιους και αδιάφορους κηπουρούς, απότιστο και αφρόντιστο, ο ΕΟΠΥΥ βγάζει ελάχιστους καρπούς που δεν φτάνουν για όλους. Συντηρείται από ανεπαρκείς ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών σε εποχή ανεργίας ρεκόρ. Η κρατική χρηματοδότηση «κόπηκε» στα… βαφτίσια, κανείς δεν ξέρει πώς και γιατί. Δεν έχει θεσμικό έλεγχο στις δαπάνες, αφού αυτές «ελέγχονται» από ανύπαρκτους μηχανισμούς στο υπ. Υγείας και το ακόμη πιο ανύπαρκτο ΚΕΣΥ. Χάρις σε αυτούς, ο κ. Λυκουρέντζος είναι υπουργός Υγείας με τους περισσότερους γιατρούς και τις περισσότερες και ακριβότερες αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες ανά 1.000 κατοίκους στις 30 (αναπτυγμένες) χώρες του ΟΟΣΑ. Μόνο ο περιορισμός της δαπάνης (και της έκθεσης στη βλαβερή ακτινοβολία) που υφίσταται ο λαός (για να πλουτίζουν κάποιοι) κατά 50% θα γέμιζε πολλές τρύπες του δημόσιου συστήματος υγείας. Πολλά δημόσια «νοσοκομεία», σαράντα κατά την άποψή μου, μπορούν να «κλείσουν» αύριο και κανείς δεν θα το καταλάβει. Ισως είναι η ώρα της «δημιουργικής καταστροφής» που πάντα φέρνει η κρίση. Οσο για τον ιδιωτικό τομέα, ας συνεργασθεί με το Δημόσιο, για νέους «τζίρους», αλλά όχι μόνο από Ελληνες φορολογούμενους και όχι… «αφορολόγητα» και στο… «εξωτερικό».

«ΚΛΕΙΔΙ» Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

Οκτώβριος 21, 2012

Η βαθιά κρίση που βιώνουμε ως κοινωνία οφείλεται στη γενικευμένη δυσπιστία των πάντων προς τους πάντες. Θεσμοί, άτομα, ηγεσίες και πολιτικές διαδικασίες έχουν απονομιμοποιηθεί και ογκώνεται η τάση προς αυτενέργεια και αυτοδικία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής ως κοινωνικό και πολιτικό περίβλημα της απογοήτευσης και της έλλειψης εμπιστοσύνης και περίπου αντικαταστάτης ενός καταρρέοντος κράτους. Καταλύτες στη διαδικασία είναι ο φόβος και η οργή που παράγει η εκτεταμένη ανεργία και φτώχεια και, για πρώτη φορά, το πολύ χαμηλό επίπεδο της Παιδείας μας.

Η διάρρηξη της εμπιστοσύνης δημιουργήθηκε σταδιακά, με πράξεις και παραλείψεις μικρών και μεγάλων εξουσιών. Από την κυβέρνηση και άλλους αιρετούς στα κόμματα, στην Αστυνομία, στα Δικαστήρια, στα Πανεπιστήμια, στους συνδικαλιστές και δημοσίους υπαλλήλους με υπογραφή, σφραγίδα και εξουσία. Το διάχυτο καθεστώς μικρής και μεγάλης αδικίας και ανομίας οφείλεται στην έλλειψη πολιτισμικής παράδοσης που τροφοδότησε τη δημιουργία και εμπέδωση θεσμών στην Ευρώπη. Τώρα, το ερώτημα είναι αν και πώς μπορούμε να φύγουμε από τον καταστροφικό κύκλο βίας, αντιβίας και διάχυτης καχυποψίας. Πώς θα αποκτήσουμε σταδιακά αυτό που ποτέ δεν είχαμε, δηλαδή εμπιστοσύνη σε θεσμούς και φορείς εξουσίας; Πώς θα τους αντιμετωπίζουμε ως συμμάχους και όχι ως εχθρούς; Πώς, εντέλει, θα μάθουμε να εμπιστευόμαστε τη δημοκρατία ως εγγυήτρια της κοινωνικής γαλήνης και ευημερίας και όχι τη Χρυσή Αυγή;

Η πρόταση απευθύνεται σε ό,τι έφερε την κοινωνία στη διάλυση, στην έλλειψη εμπιστοσύνης. Από το 1826 σειρά χαριστικών πράξεων και ενεργειών δημιούργησε μία θεσμική και νομοθετική «κουρελού» με άπειρα «παράθυρα» για λίγους. Αυτό το άδικο καθεστώς διορισμών, δικαιωμάτων, απαλλαγών από ποινές και υποχρεώσεις μπορεί να αναστραφεί μόνο με ένα στοχευμένο νομοθετικό «φλας μπακ». Ξεκινάμε από την τελευταία «πρόκληση», τα €50 στους συμβολαιογράφους. Πάμε λίγο πίσω και καταργούμε χαριστικές προσλήψεις στη Βουλή. Ακόμη πιο πίσω, βρίσκουμε τα προνόμια συνδικαλιστών, αγάμων θυγατέρων και εκλεκτών των ΔΕΚΟ (τα 700 εκατ. ευρώ του ασφαλιστικού της ΔΕΗ). Μία ή δύο γενιές πιο πίσω βρίσκουμε τους άδικους «κοινωνικούς πόρους» και τη ληστεία των αποθεματικών των ταμείων. Παντού επανορθώνουμε, νομοθετώντας αντίστροφα, με στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη.

Με κάθε βήμα κράτος, κοινωνία και πολίτες οικοδομούν σχέση εμπιστοσύνης. Οι τελευταίοι συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στη διαδικασία. Οι φοιτητές γυρίζουν στα πανεπιστήμια και οι μαθητές στα σχολεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεισφέρουν στη μείωση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς. Ολοι αποδεχόμαστε έλεγχο και αξιολόγηση.

Επανεξετάζουμε τη σχέση μας με το κράτος, την Εφορία και τους θεσμούς. Η όλη αυτή διαδικασία έχει σκοπό την εμπέδωση, σταδιακά, εμπιστοσύνης από όλο και περισσότερους πολίτες προς όλο και περισσότερους θεσμούς. Αν αυτό φαίνεται ουτοπικό, σκεφτείτε πώς αλλιώς θα αποκτήσουμε ένα σύγχρονο έθνος αντί για το σημερινό καταρρέον failed state, με τη Χρυσή Αυγή στη θέση του «εγγυητή» της… νομιμότητας και των δικαιωμάτων των πολιτών.

ΠΟΣΗ (ΠΟΙΑ) ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Οκτώβριος 19, 2012

Σε πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Πόση αριστερά θέλουμε», φίλος αγαπητός παρατήρησε: «είναι “ποια” αριστερά θέλουμε». Για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμουν ένα βιβλίο και, άλλωστε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να το γράψει. Απλοϊκά, σκέφτομαι ότι το είδος της αριστεράς που θέλουμε προϋποθέτει επιλογή ανάμεσα σε σχεδόν άπειρες εκδοχές της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού, του ρόλου του Κράτους στην οικονομία και στην πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Το «πόση αριστερά» όμως, είναι θέμα ποσοτικό που οριοθετείται από την ελευθερία του ατόμου και τη διασφάλιση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η ιδιοκτησία και η ελευθερία του λόγου. Άρα, από τη συζήτηση περί αριστεράς αποκλείονται απολυταρχικά καθεστώτα όπως η ΕΣΣΔ, η Κίνα, η Β. Κορέα και κόμματα που σήμερα αμφισβητούν την αυταξία της ελευθερίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Το επιθυμητό «μέγεθος» της αριστεράς που χρειαζόμαστε, συνεπώς, μπορούμε να το οριοθετήσουμε χρησιμοποιώντας το θέμα του δημόσιου χρέους και την πολιτική αντιμετώπισή του στις διάφορες εκδοχές της αριστεράς. Θα εξετάσουμε, με άλλα λόγια, το βαθμό στον οποίο τα κόμματα της Αριστεράς στην Ελλάδα μπορούν, βάσει ιδεολογίας και διακηρυγμένων απόψεων, να έχουν στάση συνεπή με την αποπληρωμή του χρέους και κυρίως με την αποφυγή δημιουργίας νέων ελλειμμάτων

Ίσως η ποιο αξιόπιστη συνταγή της οικονομικής επιστήμης για σταθερή ανάπτυξη, προφανώς χωρίς χρέος, είναι του Adam Smith: «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η προϋπόθεση της ειρήνης είναι αυτονόητη, αλλά οι άλλες δύο είναι «γεμάτες» πολιτική σημασία και η σχέση τους με την ανάπτυξη καθόλου αυτονόητη. Το ύψος των φόρων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο οι πολίτες, συνειδητά και σύμφωνα με το εκάστοτε αξιακό σύστημα της κοινωνίας, αναθέτουν στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα την παραγωγή κοινωνικών αγαθών όπως υγεία, ασφάλιση, δημόσια τάξη και άμυνα. Αν το εύρος των δημοκρατικών κατακτήσεων και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν αμφισβητείται, το ζήτημα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό. Ο Adam Smith, πατέρας της φιλελεύθερης δεξιάς οικονομικής σχολής, ήθελε χαμηλούς φόρους γιατί πίστευε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κάνει τη «δουλειά» καλύτερα. Ο άρτι εκλιπών Eric Hobsbawm, συνεπής αριστερός, πίστευε το αντίθετο. Αυτές είναι  πραγματικές πολιτικές επιλογές, με επιτυχημένες εφαρμογές και στις δύο σχολές. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η λειτουργούσα δημοκρατία και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Η εφαρμογή των νόμων, τρίτη προϋπόθεση του Adam Smith, είναι εγγυημένη μόνο σε μία δημοκρατία, όπου κόμματα και πολιτικό σύστημα αποζητούν τη δικαίωσή τους στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Συνεπώς, είναι αδύνατο να συμπεριλάβουμε στη συζήτηση το ΚΚΕ, με δεδομένη τη δηλωθείσα «διαφωνία» του με το Σύνταγμα. Επίσης, επειδή το «χρέος» είναι έννοια οικονομική και επειδή υποθέτω ότι στην Ελλάδα η πλειοψηφία (ακόμη) υιοθετεί την οικονομική φιλοσοφία «κανονικών» χωρών, εκτός της μαρξιστικής – λενινιστικής θεώρησης, αποκλείεται η «τρελή» άποψη ότι το χρέος αντιμετωπίζεται με χρεοκοπία στη λογική τού «δεν πληρώνω τα χρέη τους». Αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος, τουλάχιστον, του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναζήτηση «αριστερής» λύσης στην αντιμετώπιση του χρέους.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι το μείζον πρόβλημα σήμερα είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που έφθασε πάλι, παρά το κούρεμα, το 160% του ΑΕΠ. Μέγεθος  πολύπλοκο στη διαμόρφωσή του και τις μεθόδους αντιμετώπισής του, (βλ. Γ. Παγουλάτος 30/9 στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), αλλά απλό στον ορισμό του. Είναι το άθροισμα λειτουργικών (ή πρωτογενών) ελλειμμάτων και κόστους εξυπηρέτησης (τόκοι – χρεολύσια). Ας υποθέσουμε ότι φέτος το ΑΕΠ είναι €100 δις και το χρέος άλλο τόσο (100% του ΑΕΠ). Σε ένα χρόνο, το ΑΕΠ θα έχει αυξηθεί με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και το χρέος ανάλογα με τα επιτόκια. Αν το ΑΕΠ αυξηθεί 5% και το (μέσο) επιτόκιο είναι 4%, μπορούμε να μειώσουμε το χρέος κατά 1% του ΑΕΠ ή  €1δις. Το χρέος, συνεπώς, αντιμετωπίζεται εύκολα με ανάπτυξη μεγαλύτερη από το επιτόκιο που πληρώνουμε στο χρέος μας.

Δεν είναι, όμως, δυστυχώς, ένα απλό θέμα αριθμητικής, αλλά  θέμα πολιτικό, δηλαδή η κοινωνική επιλογή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς . Η παραπάνω απλή συλλογιστική, θα ίσχυε, αν συνέτρεχαν παράλληλα και μόνο τα εξής: α) το φορολογικό σύστημα να είναι απολύτως προοδευτικό, δηλαδή, στην αποπληρωμή του χρέους με φόρους να συμμετέχουν όλοι, σύμφωνα με το μερίδιο του ΑΕΠ που τους αντιστοιχεί (δίκαιη φορολογία) και β) από την αύξηση του ΑΕΠ να ωφελούνται όλοι αναλογικά με τη συνεισφορά τους. Στην Ελλάδα (όπως και στην Αμερική) από την αύξηση του ΑΕΠ (με διόγκωση του χρέους) ωφελήθηκαν κυρίως οι εύποροι, λόγω έντονης εισοδηματικής ανισότητας και χαμηλής πραγματικής φορολογίας των πλουσίων. Επειδή στην αποπληρωμή συμμετέχουν όλοι και κυρίως οι φτωχοί, η προσπάθεια συγκέντρωσης των πόρων που απαιτούνται, θα φέρει κοινωνική αναταραχή. Συνεπώς, δουλειά της πολιτικής είναι να νομοθετήσει και να εφαρμόσει φορολογικούς νόμους που υπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη και συμβάλλουν στην αποπληρωμή του χρέους. Όλα τα αριστερά κόμματα συμφωνούν σε αυτό και μάλιστα, στην Ελλάδα, συμφωνεί (στα λόγια) και η Δεξιά .

Για να δημιουργηθεί, όμως, πλούτος και φόροι που θα καλύψουν τις υποχρεώσεις, πρέπει να υπάρξει ανάπτυξη, δηλαδή επένδυση κεφαλαίου και κερδοφορία. Αν η επένδυση γίνει από δημόσια έσοδα ή/και από κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, είναι θέμα καθαρά πολιτικό. Η Δεξιά του Adam Smith, θα φορολογήσει λίγο, δίνοντας κίνητρα και ελπίζοντας σε υπέρ- ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και πολλά έσοδα. Λόγω, όμως, περιορισμένης φορολογικής βάσης, τα έσοδα μπορεί να μη φτάσουν για τις πληρωμές του χρέους. Μία εκδοχή αριστεράς τύπου Σουηδίας, θα φορολογήσει περισσότερο για να επενδύσει και σε δημόσια αγαθά που η κοινωνία δεν «εμπιστεύεται» στον ιδιωτικό τομέα. Θα εγγυηθεί ότι η φορολογία θα είναι δίκαιη και ότι η αποπληρωμή του χρέους θα ωφελήσει όλους. Αν πείσει, χωρίς να «σκοτώσει» την παραγωγική διαδικασία, θα έχει επιτύχει μείωση του χρέους και εξασφάλιση κοινωνικής ειρήνης.

Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι οι περιπτώσεις αποτυχίας, είναι δύο. Πρώτον, η «άπληστη» δεξιά τύπου Mitt Romney, απαλλάσσει από τη φορολογία τους κερδισμένους από την αύξηση του ΑΕΠ και αυξάνει το χρέος τυπώνοντας δολάρια. Αυτό το ζήσαμε και στην Ελλάδα, με τη νόμιμη φοροαπαλλαγή των «εχόντων» και την ανοχή στην εκτεταμένη διαφθορά των φορολογικών αρχών.  Δυστυχώς, ακόμη δεν βλέπουμε μία συνετή ευρωπαϊκή δεξιά, καλό μαθητή του Adam Smith. Δεύτερη περίπτωση σίγουρης αποτυχίας, είναι η «μπρούτα» Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή δεν θα πετύχει αύξηση του ΑΕΠ, αλλά του… χρέους, αφού κανείς δεν επενδύει για να κάνει υποχρεωτικό …δώρο στο κόμμα. Και, δυστυχώς για εμάς, η Ελλάδα δεν μπορεί να τυπώσει ευρώ, παρά μόνο …δραχμές. Ιδού, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «ποια ή πόση αριστερά» θέλουμε. Όση και όποια θέλουμε, εκτός από την κομμουνιστική αριστερά.

ΑΠΟΨΗ: ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ;

Οκτώβριος 6, 2012

Περισσότεροι άνθρωποι ζουν λόγω της φαρμακευτικής θεραπείας που έλαβαν σε κάποια στιγμή της ζωής τους παρά εξαιτίας κάποιας ανθρώπινης παρέμβασης, ιατρικής ή άλλης. Το ότι ο άνθρωπος ξεπερνά με ευκολία τα 80 χρόνια ζωής, και χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, οφείλεται κυρίως στη φαρμακευτική φροντίδα, η οποία πρόσθεσε δεκαετίες στο προσδόκιμο ζωής στον αιώνα που μας πέρασε και μέχρι σήμερα.

Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι το τεράστιο κέρδος στη μείωση της θνησιμότητας το πετυχαίνει η φαρμακευτική φροντίδα με δαπάνη που ανέρχεται, στις αναπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ, μόνο στο 15% του συνόλου της δαπάνης υγείας.

Για να μην αδικήσουμε, όμως, όλους τους άλλους συντελεστές της φροντίδας υγείας, πρέπει να πούμε ότι μπορεί να ευθύνονται για το 85% του κόστους, αλλά πιστώνονται για το 100% του αποτελέσματος. Χωρίς αυτούς, το φάρμακο θα ήταν άχρηστο. Στην Ελλάδα το φάρμακο, στην «αποφράδα» χρονιά 2009, άγγιξε το 25% της συνολικής δαπάνης υγείας. Στην αγαπημένη «αγελάδα» που όλοι άρμεγαν για χρόνια, το ΙΚΑ, από το 2005 μέχρι και το 2009 η συνολική δαπάνη για νοσηλεία στο νοσοκομείο αυξήθηκε κατά 48%, για εργαστηριακές πράξεις 18%, για αξονικές-μαγνητικές 42%, για το σύνολο των υπηρεσιών 72% και για φάρμακα 110%. Στα έξι χρόνια, η συνολική δαπάνη του ΙΚΑ για την υγεία αυξήθηκε από 2,9 δισ. ευρώ σε 5 δισ. ευρώ και για το φάρμακο από 1,2 δισ. ευρώ σε 2,5 δισ. ευρώ. Σε 6 χρόνια, μόνο το ΙΚΑ ξόδεψε 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα για φάρμακα.

Εύλογα αναρωτιέται κανείς τι κέρδισε η Ελλάδα και ο Ελληνας από αυτή την «κραιπάλη», όταν, μάλιστα, όλοι σχεδόν οι δείκτες υγείας στην Ελλάδα φαίνεται να χειροτερεύουν στο διάστημα αυτό.

Ευτυχώς, τα πράγματα αλλάζουν. Από το 2010, υπάρχει σημαντική μείωση στη φαρμακευτική δαπάνη. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν μέτρα διοικητικού χαρακτήρα, όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και η έμφαση στα γενόσημα φάρμακα, ιδίως στη νοσοκομειακή περίθαλψη. Αυτό, όμως, ίσως έχει οδηγήσει τους υπευθύνους σε λάθος σκέψεις για τη διάθεση των φαρμάκων μέσω των φαρμακείων.

Η ελεύθερη επιλογή μεταξύ σκευασμάτων

Προωθείται η υποχρεωτική συνταγογράφηση από τους γιατρούς όχι με βάση την εμπορική ονομασία, δηλαδή ένα συγκεκριμένο φάρμακο, αλλά με βάση τη δραστική ουσία, δηλαδή μία ελεύθερη επιλογή μεταξύ φαρμάκων με την ίδια δραστική ουσία. Υπάρχουν ιατρικά επιχειρήματα εναντίον αυτής της επιλογής, αφού μειώνει τη δυνατότητα του γιατρού να «ταιριάξει» τη θεραπεία στις εξειδικευμένες απαιτήσεις του αρρώστου.

Ο στόχος της κυβέρνησης, όμως, φαίνεται να είναι οικονομικός. Με επιχείρημα την τεράστια αύξηση της δαπάνης που όντως συνέβη, όπως δείξαμε παραπάνω, προσπαθεί να «δώσει» φθηνότερα φάρμακα, προβάλλοντας το επιχείρημα της κατευθυνόμενης συνταγογραφίας εκ μέρους των γιατρών, κάτι που κανείς δεν μπορεί να απορρίψει.

Την ίδια στιγμή, όμως, δίνει το ίδιο δικαίωμα στον φαρμακοποιό, αφού αυτός θα επιλέγει μεταξύ πρωτοτύπων και γενοσήμων με την ίδια δραστική ουσία.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο ένας κλάδος είναι περισσότερο αξιόπιστος και ηθικός από τον άλλο, αλλά ποιον πρέπει να εμπιστεύεται ο άρρωστος. Αυτόν που έχει εξ ορισμού το «ρίσκο» της θεραπείας, δηλαδή τον γιατρό, ή τον έμπορο; Εγώ θα άφηνα τον γιατρό να κάνει τη δουλειά του και θα φρόντιζα να κάνω τη δική μου, δηλαδή παρακολούθηση του γιατρού με καλή ηλεκτρονική συνταγογράφηση, θεραπευτικά πρωτόκολλα και άλλες μεθόδους, αλλά και με την εξίσωση της ασφαλιστικής τιμής με τη νοσοκομειακή.