Archive for the ‘ΠΟΛΙΤΙΚΑ’ Category

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Δεκέμβριος 19, 2012

Πολλοί πιστεύουμε ότι δόθηκε την Ελλάδα μία, κυριολεκτικά τελευταία, ευκαιρία να αλλάξει σελίδα. Δυστυχώς, η ευκαιρία για την πολιτική και, κυρίως, την πολιτισμική μας στροφή έρχεται με την απειλή της οικονομικής καταστροφής και όχι μέσα από την Πολιτική και την Παιδεία, όπως έγινε στη Δύση. Φωτεινές εξαιρέσεις όπως ο Τρικούπης και ο Βενιζέλος είχαν όραμα και άφησαν παρακαταθήκη. Οι ποιητές, συγγραφείς, τραγουδοποιοί, συνθέτες, ευγενικές ψυχές όπως ο Μ. Χατζηδάκης και η Μελίνα, όλοι οραματίσθηκαν μία σύγχρονη δυτική Ελλάδα με μία μοναδική νοσταλγική ματιά στην Ανατολή. Μία πραγματική διαχρονική γέφυρα, εκφραστής της πεμπτουσίας του πολιτισμού. Αυτή θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα σήμερα, αλλά όλα στράβωσαν με τον εμφύλιο και όσα ακολούθησαν.
Με συμφωνία των συμμάχων, η Ελλάδα «παρέμεινε» στη Δύση. Δυστυχώς, «νικητές» και «ηττημένοι» αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Οι πρώτες, δεξιές, κυβερνήσεις, ξενοκίνητες και ηθικά διαβλητές και το Παλάτι επιδόθηκαν σε ένα άθλιο πογκρόμ όσων διαφωνούσαν, με την κατηγορία του «κουμουνιστή». Αυτό καθιέρωσε μία διαρκή ενοχική στάση των δημοκρατών μη κομμουνιστών, θεοποίησε την έννοια του αριστερού και την ταύτισε με την έννοια του «προοδευτικού». Κράτησε 50 χρόνια και χρειάστηκε η κατάρρευση του σοβιετικού προτύπου για να αρχίσει η ανάταξη του πολιτικού στραβισμού που προκάλεσε την κρίση. Υπεύθυνες είναι οι μεταπολιτευτικές πολιτικές ηγεσίες που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να αλλάξουν το πολιτισμικό μας DNA. Ο πρεσβύτερος Καραμανλής δεν τόλμησε, αλλά, τουλάχιστον, το «ανέθεσε» στην Ευρώπη μέσω της ΕΟΚ. Ο Α. Παπανδρέου όχι μόνο δεν τόλμησε, αλλά εκμεταλλεύτηκε τα χειρότερα ένστικτα ενός λαού πολιτισμικά ανώριμου και πολιτικά ευτελούς. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τόλμησε αλλά δεν πέτυχε ο Κ. Σημίτης. Οι Γ. Παπανδρέου, και Κ. Καραμανλής δεν ασχολήθηκαν και, άλλωστε, δεν θα μπορούσαν. Και μετά, ήρθε η κρίση, η φτώχεια και ποιος ξέρει τι ακόμη.
Ο λαός αντιστέκεται στην πρόοδο. Ίσως η Ανατολή, το χουζούρι, η αργομισθία, το δημόσιο-εχθρός, που «κλέβουμε» όπου μπορούμε ασκούν ακόμη επιρροή. Το «δίκιο του κυρίαρχου λαού», αγωνιστών τύπου Μπαλασσόπουλου μας ταιριάζουν καλύτερα από «ξενέρωτες» αρετές, όπως η δημιουργία, μία κοινωνία δικαίου, υπακοή στο νόμο, δημοκρατία και σεβασμός στο δημόσιο χώρο. Από την κρίση δεν ωφελούνται οι «γνήσιοι» αριστεροί ΚΚΕ και ΔΗΜΑΡ, αλλά την εκμεταλλεύονται νέοι εκφραστές του παλιού. Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει ανύπαρκτο πλούτο, οι ΑΝΕΛ πελαγοδρομούν , αλλά το ρατσιστικό ναζιστικό μόρφωμα που προέκυψε με την κρίση θα μείνει για πολύ. Δεν εκπροσωπείται πολιτικά, ο χώρος των «αφανών» δημιουργών, αυτών που δημιουργούν και κρατούν ακόμη αυτή τη χώρα ζωντανή.
Ένα μεγάλο, βουβό, μέρος της κοινωνίας ελπίζει σε κάτι άλλο. Δεν το έχει πιάσει ακόμη το ραντάρ των ΜΜΕ, αλλά το βλέπουμε στις συζητήσεις, στις στήλες των σοβαρών εφημερίδων και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι άνθρωποι από τους οποίους θα έρθει η έξοδος από την κρίση δεν πιστεύουν σε δεξιά ή αριστερά όνειρα. Τους φτάνει ότι είδαν στο παρελθόν και αυτό που βλέπουν στους νέους ιδιοκτήτες του brand name. Δε νοιώθουν ενοχές για το διωγμό των αριστερών. Αντίθετα, πιστεύουν ότι πρέπει να ντρέπονται οι επαγγελματίες καταχραστές της αριστεροσύνης και οι σημερινοί μιμητές τους. Δεν νοσταλγούν μία «Λαϊκή» δεξιά που ζει στις «δάφνες» του Εμφυλίου και του πλιάτσικου που ακολούθησε. Τέλος, πολλοί θεωρούν ότι οι τοποθετήσεις προσώπων σε σημαντικές θέσεις δε δείχνουν ότι ο κ. Σαμαράς αντιμετωπίζει την ιστορική ευκαιρία που τον έφερε στη θέση του δυνητικού σωτήρα του Έθνους με την ανάλογη ευθύνη.
Το «κόμμα χωρίς όνομα» είναι ιστορική αναγκαιότητα. Οι οπαδοί του δεν εκπροσωπούνται, γιατί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν το βάρος των τελευταίων 30 χρόνων, ενώ κάποιοι αισθάνονται συμπάθεια αλλά και ανυπομονησία με τη αμφιθυμία της ΔΗΜΑΡ. Ανέχονται την τρικομματική κυβέρνηση, γιατί δεν υπάρχει αξιοπρεπής και ασφαλής εναλλακτική λύση. Ας μην ξεχνάμε ότι σε όλες τις δημοσκοπήσεις το 20% δηλώνουν αναποφάσιστοι. Υπάρχουν έξι μήνες για να βρεθεί μία αξιόπιστη ηγεσία για το νέο κόμμα που θα ενσωματώσει φιλελεύθερους, κεντρώους, κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς. Αυτά που τους ενώνουν όπως η δίψα για δημοκρατία και πρόοδο σε καθεστώς ελευθερίας και δικαίου είναι απείρως περισσότερα από όσα τους χωρίζουν. Αναζητούνται νέες στην ηλικία, αξιόπιστες και δυναμικές ηγεσίες και θεραπεία από την αρρώστια της αρχομανίας και της αυθεντίας. Ας ελπίσουμε ότι ο κίνδυνος της ολικής καταστροφής είναι το καλύτερο φάρμακο.

ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΡΙΦΟΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑΣ: Γιατί θα είμαι υποψήφιος με τη ΔΡΑΣΗ στη Β’ Αθηνών

Δεκέμβριος 12, 2012

Η ανάλυση των διαθέσεων του εκλογικού σώματος στην κρίσιμη αυτή στιγμή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (Κάπα Research 24/3/12). Πέρα από το κλασσικό ερώτημα της εκλογικής επιρροής στο οποίο συνήθως επικεντρωνόμαστε, σημασία έχει η κατάταξη των εκλογέων στο φάσμα Αριστερά- Δεξιά. Παρά την εντύπωση ότι η Αριστερή ιδεολογία έχει επικρατήσει μετά την Μεταπολίτευση και το γεγονός ότι τη μεγαλύτερη «φασαρία» κάνουν τα (πολλά) αριστερά κόμματα, οι αριθμοί δείχνουν άλλα πράγματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό (35,3%) αυτοκατατάσσεται στη Δεξιά και το 32,2% στην Αριστερά. Το 23,5% των ψηφοφόρων κατατάσσει τον εαυτό του στο μέσο, ενώ στην ακραία αριστερή θέση είναι το 10,6% και στην ακραία δεξιά θέση το 12,4%. Συνεπώς, το εκλογικό σώμα κάθε άλλο παρά αριστερό δηλώνει. Αν, μάλιστα δούμε την κατανομή στους ψηφοφόρους της ΝΔ 2009, η Δεξιά δείχνει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση προτιμήσεων (28,1%) στο άκρο-δεξιά, ενώ άκρα αριστερά δηλώνει μόνο το 9,7% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ 2009.
Ως προς την εκλογική επιρροή, υπάρχουν πέντε κόμματα αριστερά του ΠΑΣΟΚ με σύνολο 20,9%. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ομάδα πολιτικών δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιμνημονιακές. Τα κόμματα της ακραίας ή εθνικιστικής δεξιάς (ΛΑΟΣ, Αν. Ελλ., Χρυσή Αυγή), συγκεντρώνουν το 14,2%. Μαζί με τους Οικολόγους (2,5%) το αντιμνημονιακό μέτωπο συγκεντρώνει το 37,6%, ενώ οι δυνάμεις που στηρίζουν το Μνημόνιο είναι η παραδοσιακή Δεξιά (ΝΔ, ΔΗΣΥ) με 20.4% και το ΠΑΣΟΚ με 14,3%, δηλαδή συνολικά 34,7%. Λόγω της πολυδιάσπασης των αντιμνημονιακών δυνάμεων και του ετερόκλητου χαρακτήρα τους, δεν αποτελούν αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση. Έτσι, είναι φανερό ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα «υποχρεωθούν» να συγκυβερνήσουν.
Τι σημασία έχει όμως αυτή η εκλογική διάταξη και οι κομματικές προτιμήσεις με την οικονομική κρίση που ζούμε σήμερα; Είναι οι δυνάμεις που στηρίζουν το Μνημόνιο προσηλωμένες σε μία πολιτική που υπόσχεται την έξοδο σε σύντομο χρονικό διάστημα; Έχει, άραγε η παραδοσιακή διάταξη σε Αριστερά – Δεξιά ιδιαίτερη σημασία; Μήπως η οξύτερη διαμάχη δεν είναι αυτή μεταξύ ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά και μεταξύ ΛΑΟΣ, Αν. Ελλ., Χρυσή Αυγή και ΝΔ στη Δεξιά; Αν εστιάσουμε στις απόψεις των κομμάτων σχετικά με την οικονομία, τα πράγματα είναι αποθαρρυντικά. Η μέχρι τώρα εμπειρία μετά τη Μεταπολίτευση δείχνει ότι ο εχθρός της οικονομίας ήταν ο κρατισμός και η κομματοκρατία. Η κυριαρχία της αντίληψης που θέλει τα πάντα να εκπορεύονται από το κράτος ήταν κοινό γνώρισμα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, πολύ δε περισσότερο της (αριστερής) αντιπολίτευσης. Για δύο γενιές, η κρατούσα άποψη ήταν το «δικαίωμα» στην κατανάλωση, ακόμη, ή κυρίως, με δανεικά και σχεδόν ποτέ η «υποχρέωση» ή η αναγκαιότητα της παραγωγής. Από την εποχή της Τουρκοκρατίας μας έμεινε το σχήμα κράτος – κόμμα – εξουσία, κοτζαμπάσηδες – ρουσφέτι – άδειες. Η οικονομική δραστηριότητα περιορίστηκε σε λίγους κρατικοδίαιτους «εθνικούς προμηθευτές» και εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένη εμβέλεια και μοναδική αποστολή να συντηρούν τη μαφία της διαφθοράς στο δημόσιο – κομματικό φάσμα.
Το αυτονόητο ότι μόνο η δημιουργία πλούτου και η παραγωγή για κατανάλωση και εξαγωγές φέρνει απασχόληση, εισοδήματα, φόρους και, τελικά, το επιθυμητό επίπεδο ζωής, δεν μπήκε ποτέ στο «ραντάρ» των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων. Δεν είναι υπερβολή ότι τη στιγμή που η χώρα διέρχεται ίσως τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας της και κινδυνεύει πάλι με χρεωκοπία, κανένα κόμμα δεν έχει πολιτική αντίστοιχη με τις πραγματικές ανάγκες. Η χώρα αντιστρατεύεται τις ζωντανές δυνάμεις της με ένα πλέγμα νόμων, ρυθμίσεων, αδειών, εγκρίσεων, που «απαγορεύουν» την παραγωγική της αναδιάταξη. Όταν πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε, έχουμε πέντε αριστερά και τρία εθνικιστικά κόμματα που απεργούν και ζητούν παροχές. Οι κάποτε εκσυγχρονιστικές δυνάμεις είναι εκτός ΠΑΣΟΚ και, παρά τις καταγγελίες για «νεοφιλελεύθερη πολιτική», στο σύνολο του 34,6% που συγκεντρώνει η δεξιά, μόνο η ΔΗΣΥ με 2,3% ικανοποιεί κάπως τα κριτήρια του οικονομικού φιλελευθερισμού, αλλά φαίνεται να έχει άλλα σοβαρά προβλήματα. Οι υποτιθέμενες δυνάμεις της αγοράς, ΣΕΒ, Έμποροι και Βιοτέχνες, χωρίς πολιτική ατζέντα, παρουσιάζουν απωθητικό πρόσωπο, διεκδικώντας την ευημερία της φοροδιαφυγής που χάθηκε ανεπιστρεπτί.
Η μόνη, αλλά ισχυρή ελπίδα που αχνοφαίνεται, είναι η απαίτηση ανατροπής του κρατικιστικού μοντέλου με τόνωση της επιχειρηματικότητας και της εξωστρέφειας. Νέοι επιστήμονες, αγρότες και επιχειρηματίες, με όπλα την … τρόικα, την τεχνολογία και την κοινωνική δικτύωση, διεκδικούν απελευθέρωση αγορών και διαδικασιών. Ατομικά ή σε ομάδες, επαγγελματικά και τοπικά, είναι τα ρυάκια που, αν συνενωθούν, θα γίνουν το ποτάμι που θα παρασύρει τα παλιά φθαρμένα υλικά. Αυτή τη νέα τάση εκπροσωπεί μόνο η «Δράση», με ηγέτη το Στέφανο Μάνο που ανακοίνωσε χθες την επίσημη συμμετοχή της στις εκλογές. Αν και προσπάθειες για κοινή κάθοδο με τη ΔΗΣΥ δεν φαίνεται να ευδοκιμούν, από τις τάξεις τους μπορεί να ξεπηδήσει το δυναμικό στοιχείο που θα φέρει, επί, τέλους, το ξεκίνημα της οικονομίας για μία υγιή ανάπτυξη. Την προσπάθεια θα πρέπει να συνδράμουν τα ΜΜΕ και ο Τύπος αν διαλέξουν να αναδείξουν το καινούργιο που έρχεται. Μόνο για το λόγο αυτό, οι προσεχείς εκλογές ίσως αξίζουν τον κόπο. Αυτός είναι και ο λόγος που ο υπογράφων αποφάσισε, μετά από 40 χρόνια επαγγελματικής και Πανεπιστημιακής καριέρας να είναι υποψήφιος στη Β΄Αθηνών.

ΠΟΣΗ (ΠΟΙΑ) ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Δεκέμβριος 12, 2012

Σε πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Πόση αριστερά θέλουμε», φίλος αγαπητός παρατήρησε: «είναι “ποια” αριστερά θέλουμε». Για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμουν ένα βιβλίο και, άλλωστε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να το γράψει. Απλοϊκά, σκέφτομαι ότι το είδος της αριστεράς που θέλουμε προϋποθέτει επιλογή ανάμεσα σε σχεδόν άπειρες εκδοχές της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού, του ρόλου του Κράτους στην οικονομία και στην πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Το «πόση αριστερά» όμως, είναι θέμα ποσοτικό που οριοθετείται από την ελευθερία του ατόμου και τη διασφάλιση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η ιδιοκτησία και η ελευθερία του λόγου. Άρα, από τη συζήτηση περί αριστεράς αποκλείονται απολυταρχικά καθεστώτα όπως η ΕΣΣΔ, η Κίνα, η Β. Κορέα και κόμματα που σήμερα αμφισβητούν την αυταξία της ελευθερίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Το επιθυμητό «μέγεθος» της αριστεράς που χρειαζόμαστε, συνεπώς, μπορούμε να το οριοθετήσουμε χρησιμοποιώντας το θέμα του δημόσιου χρέους και την πολιτική αντιμετώπισή του στις διάφορες εκδοχές της αριστεράς. Θα εξετάσουμε, με άλλα λόγια, το βαθμό στον οποίο τα κόμματα της Αριστεράς στην Ελλάδα μπορούν, βάσει ιδεολογίας και διακηρυγμένων απόψεων, να έχουν στάση συνεπή με την αποπληρωμή του χρέους και κυρίως με την αποφυγή δημιουργίας νέων ελλειμμάτων

Ίσως η ποιο αξιόπιστη συνταγή της οικονομικής επιστήμης για σταθερή ανάπτυξη, προφανώς χωρίς χρέος, είναι του Adam Smith: «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η προϋπόθεση της ειρήνης είναι αυτονόητη, αλλά οι άλλες δύο είναι «γεμάτες» πολιτική σημασία και η σχέση τους με την ανάπτυξη καθόλου αυτονόητη. Το ύψος των φόρων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο οι πολίτες, συνειδητά και σύμφωνα με το εκάστοτε αξιακό σύστημα της κοινωνίας, αναθέτουν στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα την παραγωγή κοινωνικών αγαθών όπως υγεία, ασφάλιση, δημόσια τάξη και άμυνα. Αν το εύρος των δημοκρατικών κατακτήσεων και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν αμφισβητείται, το ζήτημα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό. Ο Adam Smith, πατέρας της φιλελεύθερης δεξιάς οικονομικής σχολής, ήθελε χαμηλούς φόρους γιατί πίστευε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κάνει τη «δουλειά» καλύτερα. Ο άρτι εκλιπών Eric Hobsbawm, συνεπής αριστερός, πίστευε το αντίθετο. Αυτές είναι  πραγματικές πολιτικές επιλογές, με επιτυχημένες εφαρμογές και στις δύο σχολές. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η λειτουργούσα δημοκρατία και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Η εφαρμογή των νόμων, τρίτη προϋπόθεση του Adam Smith, είναι εγγυημένη μόνο σε μία δημοκρατία, όπου κόμματα και πολιτικό σύστημα αποζητούν τη δικαίωσή τους στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Συνεπώς, είναι αδύνατο να συμπεριλάβουμε στη συζήτηση το ΚΚΕ, με δεδομένη τη δηλωθείσα «διαφωνία» του με το Σύνταγμα. Επίσης, επειδή το «χρέος» είναι έννοια οικονομική και επειδή υποθέτω ότι στην Ελλάδα η πλειοψηφία (ακόμη) υιοθετεί την οικονομική φιλοσοφία «κανονικών» χωρών, εκτός της μαρξιστικής – λενινιστικής θεώρησης, αποκλείεται η «τρελή» άποψη ότι το χρέος αντιμετωπίζεται με χρεοκοπία στη λογική τού «δεν πληρώνω τα χρέη τους». Αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος, τουλάχιστον, του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναζήτηση «αριστερής» λύσης στην αντιμετώπιση του χρέους.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι το μείζον πρόβλημα σήμερα είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που έφθασε πάλι, παρά το κούρεμα, το 160% του ΑΕΠ. Μέγεθος  πολύπλοκο στη διαμόρφωσή του και τις μεθόδους αντιμετώπισής του, (βλ. Γ. Παγουλάτος 30/9 στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), αλλά απλό στον ορισμό του. Είναι το άθροισμα λειτουργικών (ή πρωτογενών) ελλειμμάτων και κόστους εξυπηρέτησης (τόκοι – χρεολύσια). Ας υποθέσουμε ότι φέτος το ΑΕΠ είναι €100 δις και το χρέος άλλο τόσο (100% του ΑΕΠ). Σε ένα χρόνο, το ΑΕΠ θα έχει αυξηθεί με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και το χρέος ανάλογα με τα επιτόκια. Αν το ΑΕΠ αυξηθεί 5% και το (μέσο) επιτόκιο είναι 4%, μπορούμε να μειώσουμε το χρέος κατά 1% του ΑΕΠ ή  €1δις. Το χρέος, συνεπώς, αντιμετωπίζεται εύκολα με ανάπτυξη μεγαλύτερη από το επιτόκιο που πληρώνουμε στο χρέος μας.

Δεν είναι, όμως, δυστυχώς, ένα απλό θέμα αριθμητικής, αλλά  θέμα πολιτικό, δηλαδή η κοινωνική επιλογή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς . Η παραπάνω απλή συλλογιστική, θα ίσχυε, αν συνέτρεχαν παράλληλα και μόνο τα εξής: α) το φορολογικό σύστημα να είναι απολύτως προοδευτικό, δηλαδή, στην αποπληρωμή του χρέους με φόρους να συμμετέχουν όλοι, σύμφωνα με το μερίδιο του ΑΕΠ που τους αντιστοιχεί (δίκαιη φορολογία) και β) από την αύξηση του ΑΕΠ να ωφελούνται όλοι αναλογικά με τη συνεισφορά τους. Στην Ελλάδα (όπως και στην Αμερική) από την αύξηση του ΑΕΠ (με διόγκωση του χρέους) ωφελήθηκαν κυρίως οι εύποροι, λόγω έντονης εισοδηματικής ανισότητας και χαμηλής πραγματικής φορολογίας των πλουσίων. Επειδή στην αποπληρωμή συμμετέχουν όλοι και κυρίως οι φτωχοί, η προσπάθεια συγκέντρωσης των πόρων που απαιτούνται, θα φέρει κοινωνική αναταραχή. Συνεπώς, δουλειά της πολιτικής είναι να νομοθετήσει και να εφαρμόσει φορολογικούς νόμους που υπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη και συμβάλλουν στην αποπληρωμή του χρέους. Όλα τα αριστερά κόμματα συμφωνούν σε αυτό και μάλιστα, στην Ελλάδα, συμφωνεί (στα λόγια) και η Δεξιά .

Για να δημιουργηθεί, όμως, πλούτος και φόροι που θα καλύψουν τις υποχρεώσεις, πρέπει να υπάρξει ανάπτυξη, δηλαδή επένδυση κεφαλαίου και κερδοφορία. Αν η επένδυση γίνει από δημόσια έσοδα ή/και από κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, είναι θέμα καθαρά πολιτικό. Η Δεξιά του Adam Smith, θα φορολογήσει λίγο, δίνοντας κίνητρα και ελπίζοντας σε υπέρ- ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και πολλά έσοδα. Λόγω, όμως, περιορισμένης φορολογικής βάσης, τα έσοδα μπορεί να μη φτάσουν για τις πληρωμές του χρέους. Μία εκδοχή αριστεράς τύπου Σουηδίας, θα φορολογήσει περισσότερο για να επενδύσει και σε δημόσια αγαθά που η κοινωνία δεν «εμπιστεύεται» στον ιδιωτικό τομέα. Θα εγγυηθεί ότι η φορολογία θα είναι δίκαιη και ότι η αποπληρωμή του χρέους θα ωφελήσει όλους. Αν πείσει, χωρίς να «σκοτώσει» την παραγωγική διαδικασία, θα έχει επιτύχει μείωση του χρέους και εξασφάλιση κοινωνικής ειρήνης.

Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι οι περιπτώσεις αποτυχίας, είναι δύο. Πρώτον, η «άπληστη» δεξιά τύπου Mitt Romney, απαλλάσσει από τη φορολογία τους κερδισμένους από την αύξηση του ΑΕΠ και αυξάνει το χρέος τυπώνοντας δολάρια. Αυτό το ζήσαμε και στην Ελλάδα, με τη νόμιμη φοροαπαλλαγή των «εχόντων» και την ανοχή στην εκτεταμένη διαφθορά των φορολογικών αρχών.  Δυστυχώς, ακόμη δεν βλέπουμε μία συνετή ευρωπαϊκή δεξιά, καλό μαθητή του Adam Smith. Δεύτερη περίπτωση σίγουρης αποτυχίας, είναι η «μπρούτα» Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή δεν θα πετύχει αύξηση του ΑΕΠ, αλλά του… χρέους, αφού κανείς δεν επενδύει για να κάνει υποχρεωτικό …δώρο στο κόμμα. Και, δυστυχώς για εμάς, η Ελλάδα δεν μπορεί να τυπώσει ευρώ, παρά μόνο …δραχμές. Ιδού, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «ποια ή πόση αριστερά» θέλουμε. Όση και όποια θέλουμε, εκτός από την κομμουνιστική αριστερά.

ΤΑ ΕΚΤΡΟΦΕΙΑ «ΚΟΛΛΗΤΩΝ»

Δεκέμβριος 11, 2012

Μέγας σάλος ξέσπασε πρόσφατα με τους εξοργιστικούς διορισμούς αποτυχημένων «κολλητών» στις ΔΕΚΟ, για να χειριστούν δισεκατομμύρια, να διοικήσουν εργαζόμενους και να … οργανώσουν αμαρτωλούς οργανισμούς που, βούλιαξαν τη χώρα. Μετά και την ονομαστική αναφορά με λεπτομέρειες για την … «καριέρα» τους ως τώρα, είναι απορίας άξιο πώς οι ίδιοι δέχονται να αναλάβουν. Γεννιούνται πολλά κρίσιμα ερωτήματα που σχετίζονται άμεσα με το χάλι της σημερινής Ελλάδας. Τόσο … απελπισμένοι είναι;; Τέτοιοι .. «ξευτίλες», όπως θα έλεγε και ο λαϊκός τύπος που τους «υποστεί», μετά από εκατοντάδες άλλους τόσα χρόνια;; Και οι υφιστάμενοι ;; Πώς, αλήθεια, μπορείς να τους αντιμετωπίσεις στον Οργανισμό στον οποίο … διορίσθηκες, όταν σε συνοδεύει μία συγχορδία απαξιωτικών σχολίων; Ερωτήματα στα οποία κανείς δεν περιμένει απάντηση, αφού αυτή βρίσκεται στη σφαίρα της προσωπικής ηθικής και εντιμότητας όσων αφορά. Όπως είναι γνωστό, αν έχεις γλυκαθεί με την άσκηση εξουσίας, έστω και στο χαμηλότερο επίπεδο, εύκολα απαλλάσσεσαι από δύο … ενοχλητικές αυταπάτες,  της αυθεντίας και του «κληρονομικού» δικαιώματος να … διοικείς.

Υπάρχουν, όμως, δύο άλλα ερωτήματα στα οποία η κοινωνία πρέπει να απαντήσει. Το πρώτο αφορά στην αφετηρία του προβλήματος. Πού τους βρίσκουν, ποιος μηχανισμός τους φέρνει στο … «ραντάρ» αυτών που αποφασίζουν την κρίσιμη στιγμή. Το κυριότερο, γιατί νοιώθουν ότι τους χρειάζονται; Γιατί ακόμη και εκεί που έχουν αποδεδειγμένα ικανούς μάνατζερ τους διώχνουν για να τους αντικαταστήσουν με … φελλούς; Το δεύτερο και αμεσότερο ερώτημα αφορά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Η Τρόικα πού είναι;; Είναι δυνατόν να αγνοεί το πάρτι που διαρκεί δεκαετίες, αλλά επαναλαμβάνεται αυτές τις μέρες και με δική της ευθύνη; Η προσκόλληση στους «δείκτες» της οικονομίας δεν τους αφήνει ίσως να καταλάβουν ότι οι δείκτες είναι προϊόν κακοδιοίκησης, ιδιοτέλειας, ανικανότητας και ροπής στην παρανομία;

Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης σε σχέση με την προδικτατορική, χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικές αλλαγές.  Η πρώτη, η κοινωνιολογική, είναι η αντίδραση στην 7ετία. Μαζί με τη Δημοκρατία, μία νέα μικροαστική τάξη «ποτίσθηκε» με την αίσθηση της διεκδίκησης και του δικαιώματος. Ο Βέγγος του 1960, έγινε ο μικροαστός «κολλητός» της κάθε είδους πολιτικής εξουσίας. Πρωτοπόρησε το ΠΑΣΟΚ, αλλά η ΝΔ ήταν καλός μαθητής. Η δεύτερη αλλαγή ήταν ηθική, καθώς κάποιοι διαχειρίστηκαν €150 δις σε «πακέτα» και επιδοτήσεις και €350 δις σε κρατικά δάνεια μετά το 1981. Πάρα πολλοί καλοπέρασαν και πολλοί πλούτισαν χωρίς προσόντα και άκοπα, χάρις στη σχέση τους με την πολιτική εξουσία. Ο θρίαμβος του κιτς και του βλαχομπαρόκ life style του 1990 κορυφώθηκε με το «ρεσάλτο» του Χρηματιστηρίου και την ολέθρια περίοδο αμεριμνησίας 2004-2009. Ίσως η μοναδική μέχρι σήμερα περίπτωση που οι νεοέλληνες ομονόησαν σε μία «αφήγηση». Ναι, μαζί τα φάγαμε, αλλά τώρα τέλειωσαν.

Η μήπως όχι;; Στην Ελλάδα, μετά το 1980, δημιουργήθηκαν «δίκτυα εξουσίας» με τα οποία έγινε ανταλλαγή ψήφων με υψηλά εισοδήματα και εργασιακή ασφάλεια. Διαχειριστές των δικτύων, ήταν συνδικαλιστές, τοπικοί και κομματικοί παράγοντες, διορισμένοι «καθηγητές» πανεπιστημίων, που, με την ανάλογη «προμήθεια», τα πρόσφεραν στην κεντρική εξουσία. Το κράτος διόριζε επιλεγμένους «υπηκόους» από καταλόγους, ενώ πακέτα και δάνεια λίπαιναν τα γρανάζια και εξασφάλιζαν τη λειτουργία προσωπικών, εκλογικών και επιχειρηματικών μηχανισμών. Τώρα, ξένα κονδύλια και διορισμοί τέλειωσαν, αλλά έμειναν το ΕΣΠΑ και όσες ΔΕΚΟ δεν ιδιωτικοποιούνται. Καθώς το Κράτος μικραίνει, τα δίκτυα εξουσίας αλλάζουν. Οι «υπήκοοι» αισθάνονται προδομένοι και αντιδρούν με θυμό. Αποτέλεσμα ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού, οι «αγανακτισμένοι» και οι προπηλακισμοί. Οι χειριστές των δικτύων, όμως,  χαράζουν νέα στρατηγική με στόχο τη συμμετοχή στο κυβερνητικό παιγνίδι (και) με τη νέα εξουσία που, σίγουρα, θα χρειασθεί τη διαχειριστική τους εμπειρία.

Βρήκαμε, λοιπόν, από πού βρίσκουν, ακόμη και σήμερα, τα δύο (πρώην) κυβερνητικά κόμματα  τους κολλητούς. Ας μην ψάχνουν στο ΣΥΡΙΖΑ και τη Χρυσή Αυγή για όσους υπονομεύουν τη Δημοκρατία. Καλύτερα να ψάξουν στο τέρας της αναξιοκρατίας που εξέθρεψε η (δική τους) κομματοκρατία και τώρα ψάχνει για τροφή σε άλλα θηριοτροφεία. Ο διορισμός ασχέτων στις ΔΕΚΟ που απόμειναν είναι τρανή απόδειξη ότι οι (ακόμη) κυβερνώντες δεν έχουν καταλάβει τι συμβαίνει. Το άλλο, όμως, ερώτημα παραμένει. Η τρόικα, δεν είναι εδώ; δεν βλέπει ή δεν την αφορά;

 

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑΣ

Νοέμβριος 21, 2012

Εδώ και καιρό η διακυβέρνηση της χώρας έχει αντικατασταθεί από την παρατεταμένη αλλά απέλπιδα προσπάθεια διαχείρισης κρίσης. Αποτελεί πρόβλημα, όμως, ότι δεν έχει ορισθεί σαφώς το ακριβές περιεχόμενο της κρίσης. Είναι κρίση δημόσιου, ιδιωτικού ή εξωτερικού χρέους, κρίση ρευστότητας, χαμηλής παραγωγικότητας, ανεπαρκούς ζήτησης, μερικά ή όλα από τα παραπάνω; Ποιο είναι πιο απειλητικό και πού πρέπει να στραφεί η εθνική προσπάθεια; Ο ασαφής προσδιορισμός του και η μη αντιμετώπιση του προβλήματος έχει ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή ενημέρωση και, συνεπώς, την απροθυμία ανοχής ή και συστράτευσης του κόσμου σε προσπάθειες και μέτρα, τη σκοπιμότητα των οποίων αγνοεί ή δεν καταλαβαίνει. Αυτό τρέφει τον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης και διαβρώνει την απαραίτητη πολιτική συναίνεση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ταυτόχρονα, ο καιροσκοπισμός ανεπαρκών και ιδιοτελών πολιτικών κατακερματίζει το ήδη αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα και δίνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα μεταβάλλεται, αν δεν είναι ήδη, σε ένα Failed State. Τρανταχτό παράδειγμα όσα προηγήθηκαν και όσα διαδραματίσθηκαν την αποφράδα νύχτα της 7ης Νοεμβρίου στη Βουλή.

Η χώρα, πράγματι, δεν κυβερνάται, με σκοπό την αντιμετώπιση όσων ιστορικά ευθύνονται για την κρίση. Επί τρία χρόνια, κυβερνήσεις διαφόρων αποχρώσεων και συνθέσεων απέφυγαν να αλλάξουν δομές, συμπεριφορές και θεσμούς. Το μόνο που έκαναν ήταν να εξευτελίζουν τη χώρα ζητώντας συνεχείς παρατάσεις στην εκπλήρωση υποχρεώσεων και αυξάνοντας το χρέος χωρίς να αγγίζουν τις πηγές των ελλειμμάτων. Αντί να απολύσουν άχρηστους, ανίκανους και ανέντιμους, έκοψαν μισθούς χρήσιμων, ικανών και εντίμων. Αντί να κλείσουν μερικά άχρηστα νοσοκομεία, τα στραγγάλισαν όλα. Αντί να πιάσουν τη φοροδιαφυγή, έκρυψαν φοροφυγάδες. Αντί να στείλουν στον εισαγγελέα όσους διαλύουν πανεπιστήμια, κλείνουν λιμάνια και σταματούν έργα, τους προστάτευσαν. Ολα, επειδή φοβόντουσαν το πολιτικό κόστος. Τώρα που η χώρα «σταμάτησε» και η ανεργία γιγαντώθηκε, να δούμε ποιος θα χρεωθεί το κόστος της χρεοκοπίας. Τώρα θα φανεί ότι το πραγματικό κόστος είναι αυτό της αδράνειας. Μας πήρε δέκα χρόνια να παραδεχτούμε ότι ο Τ. Γιαννίτσης είχε δίκιο. Οταν καταλάβουμε ότι η αδράνεια του 2009-2012 βούλιαξε τη χώρα, θα είναι αργά.

Ποιοι σταμάτησαν τις απαραίτητες αλλαγές, ποιοι αντέδρασαν στα τελευταία «Μέτρα» και ποιοι θα ευθύνονται για τη διαφαινόμενη χρεοκοπία; Διακρίνω δύο κατηγορίες (εξαιρούνται τα δύο ακραία κόμματα λόγω… ακαταλόγιστου). Πρώτον τους «τρελαμένους» ΣΥΡΙΖΑ και ΑNΕΛ και, δεύτερον, τα «ορφανά» της παλιάς εξουσίας, κυρίως του ΠΑΣΟΚ αλλά και της Ν.Δ., που διεγράφησαν ή μεταπήδησαν στους πρώτους. Αυτοί ποιο πολιτικό κόστος ήθελαν να αποφύγουν, ποια κεκτημένα θέλουν να διατηρήσουν με την αντίδρασή τους στα «μέτρα»; Για ορισμένους, όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης, η αντίδραση παίρνει μία εξοργιστικά καιροσκοπική μορφή. Αφού βρήκε πολιτική στέγη για τα προς το ζην και αναγνωστικό κοινό στο… ρωμαλέο ΠΑΣΟΚ του 2000, σαλπάρει τώρα προς το κακέκτυπο του ΣΥΡΙΖΑ. Για άλλους, λιγότερο προικισμένους, στόχος είναι η διατήρηση κάποιας θέσης, μισθού ή δουλειάς για το παιδί.

Οι υπόλοιποι, όμως, οι πολλοί, θα υποχρεωθούν τώρα να μας εξηγήσουν γιατί έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία; Οταν οι δημόσιοι υπάλληλοι πάρουν μειωμένο μισθό τον Δεκέμβριο ποιος θα φταίει για την καθυστέρηση της δόσης; Ή μήπως πιστεύουν ότι «οι ξένοι» είναι ηλίθιοι και ότι θα αρχίσει να βρέχει ευρώ επειδή 153 βουλευτές άντεξαν; Και τον Προϋπολογισμό θα περιμένουν και τις διαρθρωτικές αλλαγές να ψηφισθούν και, κυρίως, να εφαρμοσθούν πολλά άλλα, πριν ανοίξουν την κάνουλα για οτιδήποτε άλλο εκτός από τις δόσεις των δανείων. Μετά την τριετή εμπειρία αναβολών, αναστολών, καθυστερήσεων, απεργιών και καταστροφών, φαντάζεται κανείς ότι έχουν εμπιστοσύνη στους Ελληνες πολιτικούς; Αχώνευτος μπορεί να είναι ο κ. Σόιμπλε, αλλά έχει δείκτη ευφυΐας σίγουρα πάνω από του κ. Καμμένου και του κ. Λαφαζάνη. Και αν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι καλύτερα να παράγουμε αντί να απεργούμε, το Μετρό να έχει έσοδα αντί να πληρώνει απεργούς-μαϊμούδες, οι δικαστές να δικάζουν φοροφυγάδες, η ΔΗΜΑΡ να ενδιαφερθεί για τους ανέργους και όχι για τους εργαζόμενους «πελάτες», όταν, τελικά, αρχίσουμε να μοιάζουμε με «κανονική» χώρα, θα έρθει και η… δόση ως ανταμοιβή. Μέχρι τότε, όποιος αντέξει, και όπως… ψήφισε.

QUO VADIS ΕΛΛΑΔΑ?

Νοέμβριος 13, 2012

Αν κάποιος είχε την παραμικρή αμφιβολία, τώρα πια ξέρει ποιος κάνει κουμάντο στην Ευρώπη. Με μία προσεκτικότερη ματιά, ξέρουμε όχι μόνο ότι είναι η Γερμανία, αλλά και ότι είναι μία Γερμανία πολιτικά χριστιανοδημοκρατική και οικονομικά φιλελεύθερη. Οι σοσιαλιστές χάνουν συνεχώς έδαφος και το Die Linke, στην εκλογική του επιρροή μοιάζει με ΚΚΕ, όχι με ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτήν τη Γερμανία καλούμαστε να συμπλεύσουμε, όπως έχει κάνει η υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και η Γαλλία του Ολάντ. Με αυτήν την οικονομία καλούμαστε να προσαρμοσθούμε. Αυτή η Γερμανία και αυτή η Ευρώπη θα μας δώσει, αν μας δώσει, την «τρίτη δόση». Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι πρέπει να γίνουμε Γερμανία, αλλά σίγουρα σημαίνει ότι οι απόψεις μας για την οικονομία δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντιθετικές. Η αντίληψή μας για το ρόλο του Κράτους, του ιδιωτικού τομέα και της Αγοράς, πρέπει να συγκλίνει στα πολύ βασικά με αυτήν της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, όμως, η Ελλάδα οσονούπω μεταβάλλεται σε σοσιαλιστικό κρατικό παράδεισο, όνειρο του Μαρξισμού-Λενινισμού. Η αριστερή φυλή με τις φράξιές της και τα «ορφανά» του ΠΑΣΟΚ, μετρούν δημοσκοπικά 50%. Τα δύο πρώην «μεγάλα» κόμματα, ίσως φτάνουν το 30%, αλλά δεν διαφέρουν πολύ στη σχέση τους με το Κράτος. Μένει ένα 15%, εθνικιστές πατριδολάτρες και ξενοφοβικοί ρατσιστές. Για τους φιλελεύθερους, με την όποια έννοια του όρου, είναι ζήτημα αν μένει 2-3%.

Απίστευτο και ίσως όχι αληθινό, το φαινόμενο είναι μοναδικό για ευρωπαϊκή χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα και ελεύθερες εκλογές. Οι μισοί Έλληνες φαίνονται έτοιμοι να παραδοθούν σε κάποια «σοβιετική» κομματική γραφειοκρατία, ενώ κάτι ανάλογο αποδέχονται έμμεσα και αρκετοί οπαδοί των δύο πρώην κομμάτων εξουσίας. Μία φοβισμένη (ή φοβική) κοινωνία, εναποθέτει πάλι στο Κράτος τις τύχες των παιδιών της. Πολλοί θα το απέδιδαν στην κρίση και την ανασφάλεια. Η βίαιη και απότομη απώλεια της πρόσφατης ευμάρειας, προκαλεί επιθυμία διατήρησης «κεκτημένων». Καθώς αυτό φαίνεται αδύνατο, το άτομο στρέφεται όπου έχει συνηθίσει. Στην έννοια του Κράτους – Αφέντη και στην προστασία, τις παροχές και τα ρουσφέτια. Οι Έλληνες που πιστεύουν στις δικές τους δυνάμεις, που διεκδικούν το δικαίωμα να καθορίσουν τις τύχες τους, έχουν μόνο δύο επιλογές. Να φύγουν στο εξωτερικό, ή να παλέψουν έναν αγώνα φαινομενικά χαμένο από χέρι. Οι πρόσφατες εκλογές έδειξαν μία ζαλισμένη κοινωνία να οδεύει στην καταστροφή, χωρίς στοιχειώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης. Όπως και στο παρελθόν, η Ελλάδα έδειξε να πάσχει από ανίατη ασθένεια, ένα αυτοάνοσο νόσημα που «κόλλησε» πριν από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Στα αυτοάνοσα νοσήματα, ο οργανισμός στρέφεται κατά του εαυτού του, προκαλώντας ανικανότητα και συχνά το θάνατο. Η ασθένεια από την οποία πάσχει η νεοελληνική κοινωνία, ιστορικά, είναι η «εξάρτηση από άλλους». Η ανικανότητα που αυτό προκαλεί, είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις του ατόμου και της κοινωνίας και η εξάρτηση από «κηδεμόνες» για τη διασφάλιση ατομικής ευημερίας και κοινωνικής συνοχής.

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, οι «άλλοι» ήταν οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες. Μετά τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους, κηδεμόνες ήταν οι τρείς μεγάλες δυνάμεις που μας προμήθευσαν Βασιλείς και κάποια υποτυπώδη άρχουσα τάξη. Στον 20ο αιώνα, περνάμε στην εξάρτηση από το Παλάτι και τον «ξένο παράγοντα», με εκπροσώπους τη μικρή εμπορική τάξη και την ελαφρά βιομηχανία. Μετά τον Εμφύλιο, στην άρχουσα τάξη προστίθενται οι μαυραγορίτες της Κατοχής, αφού «ξεπλύθηκαν» από τη νικήτρια Δεξιά, που διαχειρίζεται το Σχέδιο Μάρσαλ σε συνεργασία με το Παλάτι. Η περίοδος μετά τον Εμφύλιο, χωρίζεται σε δύο περιόδους. Από το 1950 μέχρι το 1974, η Δεξιά κυριαρχεί πολιτικά και εκλογικά, αλλά όχι ιδεολογικά. Αν και νικήτρια, δεν επιδιώκει ιδεολογική κυριαρχία του φιλελεύθερου προτύπου στην οικονομία, αξιοποιώντας και τη σημαντική οικονομική ανάπτυξη, έναντι του κομμουνιστικού μοντέλου που έχασε τον πόλεμο. Αντίθετα, προτίμησε να χωρίσει μία φτωχή, δυστυχισμένη και αποδεκατισμένη κοινωνία, σε «πατριώτες» και σε «μιάσματα» που διώκονται αλύπητα. Είναι τραγικό αλλά αληθινό ότι η περίοδος της Χούντας και της διεθνούς απομόνωσης, είναι η μόνη φορά που η Ελλάδα διαχειρίζεται, μόνη, τις τύχες της, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Το 1974, η Δεξιά επιχειρεί τη μεταμόρφωση σε σύγχρονο ευρωπαϊκό συντηρητικό κόμμα, χωρίς επιτυχία. Η χώρα παραμένει χωρίς εσωτερική δυναμική, κάτι που διαπίστωσε ο Κων. Καραμανλής εντάσσοντας τη χώρα, σχεδόν εκβιαστικά, για να «μάθει να κολυμπάει», στην τότε ΕΟΚ. Φαινομενικά, η κατάσταση αλλάζει με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981. Το σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», συναρπάζει και φουσκώνει τις τάξεις του, αλλά δεν θεραπεύει την εθνική μας αρρώστια. Ο Έλληνας μπορεί να «κέρδισε» την Ελλάδα, αλλά δεν κέρδισε τη μοίρα του. Πολύ πρόθυμα, σαν έτοιμος από καιρό, έσπευσε πάλι να εκχωρήσει την εξουσία, αυτή τη φορά στο Κόμμα. Η εξάρτηση από κοτζαμπάσηδες με κομματική ταυτότητα ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, αργότερα, συνεχίζεται. Τριάντα χρόνια και πέντε «πακέτα» μετά την είσοδο στην ΕΟΚ, δεν έφεραν την αυτόνομη ανάπτυξη. Ο Έλληνας ακόμη αναζητά δανεικά και προστασία οπουδήποτε αλλού, εκτός από τη δική του δημιουργική και ανεξάρτητη πορεία. Όπως στο αυτοάνοσο νόσημα, ο Έλληνας εξακολουθεί να στρέφεται κατά του εαυτού του.

Η σχέση του πρότερου ΠΑΣΟΚ με την παραγωγή, ήταν θλιβερή. Εξ’ αρχής ασχολήθηκε με τη διανομή προϊόντος και, ελλείψει παραγωγής, τη διανομή δανεικών και χρεοκοπημένων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που ο Γερ. Αρσένης δώρισε σε πράσινους τιτλούχους. Έγιναν φύλλο και φτερό εν ριπή οφθαλμού και πολλοί καλοπέρασαν με τα λείψανα. Τότε μπήκαν οι βάσεις της διαπλοκής, αναδείχθηκαν οι εθνικοί προμηθευτές και πέθανε η υγιής επιχειρηματικότητα. Ένα σατανικό πλέγμα νομικών και θεσμικών ρυθμίσεων σχημάτισε τείχος αδιαπέραστο, χωρίς κομματικά διαπιστευτήρια ή γερό λαδωτήρι. Πράσινα stop shops δημιουργούνται σε Οργανισμούς και Υπουργεία, όπου ο αφελής επενδυτής πληρώνει «διόδια». Εξοβελίσθηκε η ιδεολογία που θα στήριζε την παραγωγική μηχανή της κοινωνίας. Η έννοια του κέρδους δαιμονοποιήθηκε όσο τίποτε άλλο και η επιχειρηματικότητα έγινε συνώνυμο της κλεψιάς. Το δικαίωμα του εργαζομένου προστατεύτηκε, αλλά ξεχάσαμε ότι εργασία σημαίνει επιχειρήσεις, επενδύσεις και επιχειρηματίες. Στο όνομα διεκδικήσεων, εκδιώχθηκαν μεγάλες ξένες επιχειρήσεις. Η επιχειρηματικότητα περιορίσθηκε σε μικρομάγαζα και φασονάδικα, που εύκολα μετακόμισαν όταν το εργατικό κόστος και η κρατική βουλιμία για έσοδα και μίζες τις έπνιξαν. Κανείς δεν έκλαψε για τον επιχειρηματία που έπρεπε να «λαδώσει» για να επιβιώσει και «έκλεβε» ΦΠΑ και εισφορές. Το σκηνικό διαμορφώθηκε σε σοσιαλδημοκρατικό περιβάλλον, αλλά συνέπλευσε άνετα η συντηρητική, θεωρητικά φιλελεύθερη ΝΔ, όποτε κυβέρνησε.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ για το Μέλλον, αν υπάρξει: Για να υπάρξει διανομή, πρέπει πρώτα να υπάρξει παραγωγή. Για να υπάρξουν παραγωγή και δουλειές, σε μία ευρωπαϊκή χώρα, χρειάζεται ελευθερία του επιχειρείν και κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον. Η κοινωνία πρέπει να πάψει να θεωρεί την επιχειρηματικότητα έγκλημα και τον επιχειρηματία κλέφτη. Μόνο έτσι θα υπάρξει καινοτομία, επένδυση, δουλειές και εξαγωγές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και στην αναδιοργάνωση της παραγωγικής μηχανής στοχεύουν οι φιλελεύθεροι, αλλά και η σύγχρονη αριστερά που αποτελεί το απαραίτητο ιδεολογικό και πολιτικό αντίβαρο. Ο κοινός τόπος μεταξύ φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών, απασχολεί όλη την Ευρώπη και βρίσκεται, πάντα, στο συμφέρον της χώρας. Στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα και η οικονομία σήμερα, αυτό που έχει ανάγκη είναι η δημοκρατική σύνθεση απόψεων με στόχο την παραγωγή πρώτα και τη δίκαιη κατανομή μετά. Δεν χρειάζεται άλλο ένα Μαρξιστικό «πείραμα», αλλά ένα σύγχρονο φιλελεύθερο κόμμα. Αυτή η Ελλάδα, μπορεί να αξιώσει και όχι να επαιτεί τη βοήθεια της Ευρώπης. Μία κρατικιστική Ελλάδα, δεν μπορεί ούτε καν να επαιτεί.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΩΣΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Οκτώβριος 30, 2012

Στο πόκερ υπάρχει μια σοφή συμβουλή «σταμάτα όσο κερδίζεις». Επίσης, είναι γνωστό ότι η μπλόφα θέλει μεγάλη τέχνη, γιατί, ενίοτε, κάποιος μπορεί να σου πει «τα βλέπω» και να έχει καρέ του άσου. Οταν φτάνεις στο «δεν ψηφίζω τα εργασιακά», κερδίζεις κάποιες αριστερές και φιλολαϊκές «μάρκες», αλλά κινδυνεύεις να τα χάσεις όλα αν φτάσεις να παίζεις τα «ρέστα σου». Είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι αυτή η χώρα θα διαλυθεί για το… επίδομα γάμου; Ή για τις αποζημιώσεις υψηλόμισθων εργαζομένων; Φυσικά όχι. Μπορεί όμως, πολύ εύκολα να φανταστεί την έκρηξη που θα προκαλέσει η αντίδραση 1,3 εκατομμυρίων μακροχρόνια ανέργων, νέων χωρίς δουλειά και άλλων απελπισμένων ψυχών. Ακόμη χειρότερα, όταν το ρίσκο περιέχει και το ενδεχόμενο να «κουραστούν» κάποιοι από τους δανειστές και να «δουν» τα πολιτικά μας «ρέστα».

Αυτά, ας τα σκεφθεί η ΔΗΜΑΡ. Οταν υπουργός της επικαλέσθηκε τις «ψυχές» που κινδυνεύουν με απόλυση, δεν σκέφτηκε τις ψυχές των ανέργων. Ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στην «Κ» το είπε ευθαρσώς. «Είναι λυπηρό να υπερασπίζονται άνθρωποι σοβαροί και προοδευτικοί τα συμφέροντα των ολίγων. Γιατί λίγοι είναι εκείνοι που θίγονται με τη νέα ρύθμιση των αποζημιώσεων». Είναι και ανήθικο και αντιδραστικό, θα συμπλήρωνα, αφού το σύνολο των «εργασιακών», έχει στόχο να κάνει την εργασία φθηνότερη, την πρόσληψη ευκολότερη και απευθύνεται στο κατ’ εξοχήν πρόβλημα της ανεργίας. Είναι τώρα το πρόβλημά μας η αποζημίωση του τραπεζικού υπαλλήλου που θα απολυθεί με τη συγχώνευση, ή το ότι δουλειές των 400 ευρώ δεν πάνε στα παιδιά μας γιατί η νομοθεσία τους κάνει ακριβότερους και μη «ελκυστικούς»;

Ο κ. Κουβέλης και σύσσωμη η ΔΗΜΑΡ επαναλαμβάνει την… καραμέλα: «Τα εργασιακά δεν αφορούν το δημοσιονομικό πρόβλημα». Μα ο κάθε πολιτικός ηγέτης θα έπρεπε να γνωρίζει ότι, σε αντίθεση με το δημοσιονομικό έλλειμμα, το πραγματικό μας πρόβλημα είναι το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών. Το δημοσιονομικό, θεωρητικά, και αν είσαι σοβαρή χώρα, το λύνεις σε 2-3 χρόνια κόβοντας σπατάλες και φορολογώντας σωστά. Αυτό που θα έχεις πετύχει, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να μην προσθέτεις άλλο στο χρέος. Αυτό, όμως, δεν θα σου δώσει αυτά που χρειάζεσαι για να επιτύχεις την πολυπόθητη «εθνική ανεξαρτησία». Θυμίζω ότι αυτός είναι ο διακηρυγμένος στόχος όλων των κομμάτων, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση. Αυτό κάνει τον στόχο ιδιαίτερα σημαντικό.

Το 2009, η Ελλάδα εισήγαγε 38 δισ. ευρώ περισσότερα από ότι εξήγαγε. Εξωτερικό έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ ήταν εκτός λογικής για σοβαρή χώρα. Σήμερα, το έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ, ή 20 δισ. ευρώ. Τόσα λείπουν για να γίνουμε «ανεξάρτητοι». Αυτά θα έλθουν μόνο από τον τουρισμό, τις εξαγωγές, και την υποκατάσταση εισαγωγών, δηλαδή από αυξημένη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Πρόσθετη παραγωγή σημαίνει νέα απασχόληση και νέες προσλήψεις. Αυτό πρέπει να το σκεφθούν σοβαρά όσοι προτείνουν να τα «σπάσουμε» για την προστασία των ήδη εργαζομένων, αγνοώντας τους ανέργους. Η κοινωνία αυτό δεν θα το συγχωρήσει, θα εκραγεί το καζάνι με τους 1.300.000 απελπισμένους και θα κυνηγήσει κάποιους, αλλά ποιους; Οσους θέλουν να εξασφαλίσουν στον άνεργο μία προσωρινή, κακοπληρωμένη, ακόμη και αβέβαιη δουλειά, ή αυτούς που αρνούνται να ανοίξουν δρόμο στην εργασία επιμένοντας σε ακόμη περισσότερη προστασία των ήδη εργαζομένων;

Εδώ τίθεται, αμείλικτα, το ερώτημα για την «κυβερνώσα αριστερά», λογικά το όνειρο γενεών αριστερών, που σήμερα διανύει τα παιδικά του βήματα με τη ΔΗΜΑΡ. Κυβερνώ, όμως, δε σημαίνει απολαμβάνω προνόμια, ή ικανοποιώ όνειρα και ίσως και μία δόση θεμιτής ματαιοδοξίας. Κυβερνώ σημαίνει σεβασμό προς τον λαό, όλο τον λαό, όχι το τμήμα που με ψήφισε, ή που σκέπτεται σαν και εμένα. Κυβερνώ σημαίνει ξεχνώ τους κομματικούς τακτικισμούς, που με έφεραν στην, μερική έστω, εξουσία και απευθύνομαι στην κοινωνία. Υπευθυνότητα, τέλος, σημαίνει ρίσκο. Ρίσκο, όμως, όπου το κέρδος είναι του λαού, όχι δικό μου. Γιατί, αν εγώ κερδίσω αλλά χάσει ο λαός, το κέρδος μου είναι χωρίς αντίκρισμα. Αυτό πρέπει να σκεφθεί η ΔΗΜΑΡ σήμερα και από εδώ και πέρα μέχρι η χώρα να σταθεί στα πόδια της. Και όταν αυτό συμβεί, τότε να πει: Ημουν και εγώ εκεί όταν σώναμε τη χώρα, όταν τολμήσαμε.

«ΚΛΕΙΔΙ» Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

Οκτώβριος 21, 2012

Η βαθιά κρίση που βιώνουμε ως κοινωνία οφείλεται στη γενικευμένη δυσπιστία των πάντων προς τους πάντες. Θεσμοί, άτομα, ηγεσίες και πολιτικές διαδικασίες έχουν απονομιμοποιηθεί και ογκώνεται η τάση προς αυτενέργεια και αυτοδικία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής ως κοινωνικό και πολιτικό περίβλημα της απογοήτευσης και της έλλειψης εμπιστοσύνης και περίπου αντικαταστάτης ενός καταρρέοντος κράτους. Καταλύτες στη διαδικασία είναι ο φόβος και η οργή που παράγει η εκτεταμένη ανεργία και φτώχεια και, για πρώτη φορά, το πολύ χαμηλό επίπεδο της Παιδείας μας.

Η διάρρηξη της εμπιστοσύνης δημιουργήθηκε σταδιακά, με πράξεις και παραλείψεις μικρών και μεγάλων εξουσιών. Από την κυβέρνηση και άλλους αιρετούς στα κόμματα, στην Αστυνομία, στα Δικαστήρια, στα Πανεπιστήμια, στους συνδικαλιστές και δημοσίους υπαλλήλους με υπογραφή, σφραγίδα και εξουσία. Το διάχυτο καθεστώς μικρής και μεγάλης αδικίας και ανομίας οφείλεται στην έλλειψη πολιτισμικής παράδοσης που τροφοδότησε τη δημιουργία και εμπέδωση θεσμών στην Ευρώπη. Τώρα, το ερώτημα είναι αν και πώς μπορούμε να φύγουμε από τον καταστροφικό κύκλο βίας, αντιβίας και διάχυτης καχυποψίας. Πώς θα αποκτήσουμε σταδιακά αυτό που ποτέ δεν είχαμε, δηλαδή εμπιστοσύνη σε θεσμούς και φορείς εξουσίας; Πώς θα τους αντιμετωπίζουμε ως συμμάχους και όχι ως εχθρούς; Πώς, εντέλει, θα μάθουμε να εμπιστευόμαστε τη δημοκρατία ως εγγυήτρια της κοινωνικής γαλήνης και ευημερίας και όχι τη Χρυσή Αυγή;

Η πρόταση απευθύνεται σε ό,τι έφερε την κοινωνία στη διάλυση, στην έλλειψη εμπιστοσύνης. Από το 1826 σειρά χαριστικών πράξεων και ενεργειών δημιούργησε μία θεσμική και νομοθετική «κουρελού» με άπειρα «παράθυρα» για λίγους. Αυτό το άδικο καθεστώς διορισμών, δικαιωμάτων, απαλλαγών από ποινές και υποχρεώσεις μπορεί να αναστραφεί μόνο με ένα στοχευμένο νομοθετικό «φλας μπακ». Ξεκινάμε από την τελευταία «πρόκληση», τα €50 στους συμβολαιογράφους. Πάμε λίγο πίσω και καταργούμε χαριστικές προσλήψεις στη Βουλή. Ακόμη πιο πίσω, βρίσκουμε τα προνόμια συνδικαλιστών, αγάμων θυγατέρων και εκλεκτών των ΔΕΚΟ (τα 700 εκατ. ευρώ του ασφαλιστικού της ΔΕΗ). Μία ή δύο γενιές πιο πίσω βρίσκουμε τους άδικους «κοινωνικούς πόρους» και τη ληστεία των αποθεματικών των ταμείων. Παντού επανορθώνουμε, νομοθετώντας αντίστροφα, με στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη.

Με κάθε βήμα κράτος, κοινωνία και πολίτες οικοδομούν σχέση εμπιστοσύνης. Οι τελευταίοι συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στη διαδικασία. Οι φοιτητές γυρίζουν στα πανεπιστήμια και οι μαθητές στα σχολεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεισφέρουν στη μείωση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς. Ολοι αποδεχόμαστε έλεγχο και αξιολόγηση.

Επανεξετάζουμε τη σχέση μας με το κράτος, την Εφορία και τους θεσμούς. Η όλη αυτή διαδικασία έχει σκοπό την εμπέδωση, σταδιακά, εμπιστοσύνης από όλο και περισσότερους πολίτες προς όλο και περισσότερους θεσμούς. Αν αυτό φαίνεται ουτοπικό, σκεφτείτε πώς αλλιώς θα αποκτήσουμε ένα σύγχρονο έθνος αντί για το σημερινό καταρρέον failed state, με τη Χρυσή Αυγή στη θέση του «εγγυητή» της… νομιμότητας και των δικαιωμάτων των πολιτών.

ΠΟΣΗ (ΠΟΙΑ) ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Οκτώβριος 19, 2012

Σε πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Πόση αριστερά θέλουμε», φίλος αγαπητός παρατήρησε: «είναι “ποια” αριστερά θέλουμε». Για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμουν ένα βιβλίο και, άλλωστε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να το γράψει. Απλοϊκά, σκέφτομαι ότι το είδος της αριστεράς που θέλουμε προϋποθέτει επιλογή ανάμεσα σε σχεδόν άπειρες εκδοχές της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού, του ρόλου του Κράτους στην οικονομία και στην πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Το «πόση αριστερά» όμως, είναι θέμα ποσοτικό που οριοθετείται από την ελευθερία του ατόμου και τη διασφάλιση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η ιδιοκτησία και η ελευθερία του λόγου. Άρα, από τη συζήτηση περί αριστεράς αποκλείονται απολυταρχικά καθεστώτα όπως η ΕΣΣΔ, η Κίνα, η Β. Κορέα και κόμματα που σήμερα αμφισβητούν την αυταξία της ελευθερίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Το επιθυμητό «μέγεθος» της αριστεράς που χρειαζόμαστε, συνεπώς, μπορούμε να το οριοθετήσουμε χρησιμοποιώντας το θέμα του δημόσιου χρέους και την πολιτική αντιμετώπισή του στις διάφορες εκδοχές της αριστεράς. Θα εξετάσουμε, με άλλα λόγια, το βαθμό στον οποίο τα κόμματα της Αριστεράς στην Ελλάδα μπορούν, βάσει ιδεολογίας και διακηρυγμένων απόψεων, να έχουν στάση συνεπή με την αποπληρωμή του χρέους και κυρίως με την αποφυγή δημιουργίας νέων ελλειμμάτων

Ίσως η ποιο αξιόπιστη συνταγή της οικονομικής επιστήμης για σταθερή ανάπτυξη, προφανώς χωρίς χρέος, είναι του Adam Smith: «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η προϋπόθεση της ειρήνης είναι αυτονόητη, αλλά οι άλλες δύο είναι «γεμάτες» πολιτική σημασία και η σχέση τους με την ανάπτυξη καθόλου αυτονόητη. Το ύψος των φόρων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο οι πολίτες, συνειδητά και σύμφωνα με το εκάστοτε αξιακό σύστημα της κοινωνίας, αναθέτουν στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα την παραγωγή κοινωνικών αγαθών όπως υγεία, ασφάλιση, δημόσια τάξη και άμυνα. Αν το εύρος των δημοκρατικών κατακτήσεων και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν αμφισβητείται, το ζήτημα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό. Ο Adam Smith, πατέρας της φιλελεύθερης δεξιάς οικονομικής σχολής, ήθελε χαμηλούς φόρους γιατί πίστευε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κάνει τη «δουλειά» καλύτερα. Ο άρτι εκλιπών Eric Hobsbawm, συνεπής αριστερός, πίστευε το αντίθετο. Αυτές είναι  πραγματικές πολιτικές επιλογές, με επιτυχημένες εφαρμογές και στις δύο σχολές. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η λειτουργούσα δημοκρατία και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Η εφαρμογή των νόμων, τρίτη προϋπόθεση του Adam Smith, είναι εγγυημένη μόνο σε μία δημοκρατία, όπου κόμματα και πολιτικό σύστημα αποζητούν τη δικαίωσή τους στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Συνεπώς, είναι αδύνατο να συμπεριλάβουμε στη συζήτηση το ΚΚΕ, με δεδομένη τη δηλωθείσα «διαφωνία» του με το Σύνταγμα. Επίσης, επειδή το «χρέος» είναι έννοια οικονομική και επειδή υποθέτω ότι στην Ελλάδα η πλειοψηφία (ακόμη) υιοθετεί την οικονομική φιλοσοφία «κανονικών» χωρών, εκτός της μαρξιστικής – λενινιστικής θεώρησης, αποκλείεται η «τρελή» άποψη ότι το χρέος αντιμετωπίζεται με χρεοκοπία στη λογική τού «δεν πληρώνω τα χρέη τους». Αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος, τουλάχιστον, του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναζήτηση «αριστερής» λύσης στην αντιμετώπιση του χρέους.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι το μείζον πρόβλημα σήμερα είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που έφθασε πάλι, παρά το κούρεμα, το 160% του ΑΕΠ. Μέγεθος  πολύπλοκο στη διαμόρφωσή του και τις μεθόδους αντιμετώπισής του, (βλ. Γ. Παγουλάτος 30/9 στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), αλλά απλό στον ορισμό του. Είναι το άθροισμα λειτουργικών (ή πρωτογενών) ελλειμμάτων και κόστους εξυπηρέτησης (τόκοι – χρεολύσια). Ας υποθέσουμε ότι φέτος το ΑΕΠ είναι €100 δις και το χρέος άλλο τόσο (100% του ΑΕΠ). Σε ένα χρόνο, το ΑΕΠ θα έχει αυξηθεί με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και το χρέος ανάλογα με τα επιτόκια. Αν το ΑΕΠ αυξηθεί 5% και το (μέσο) επιτόκιο είναι 4%, μπορούμε να μειώσουμε το χρέος κατά 1% του ΑΕΠ ή  €1δις. Το χρέος, συνεπώς, αντιμετωπίζεται εύκολα με ανάπτυξη μεγαλύτερη από το επιτόκιο που πληρώνουμε στο χρέος μας.

Δεν είναι, όμως, δυστυχώς, ένα απλό θέμα αριθμητικής, αλλά  θέμα πολιτικό, δηλαδή η κοινωνική επιλογή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς . Η παραπάνω απλή συλλογιστική, θα ίσχυε, αν συνέτρεχαν παράλληλα και μόνο τα εξής: α) το φορολογικό σύστημα να είναι απολύτως προοδευτικό, δηλαδή, στην αποπληρωμή του χρέους με φόρους να συμμετέχουν όλοι, σύμφωνα με το μερίδιο του ΑΕΠ που τους αντιστοιχεί (δίκαιη φορολογία) και β) από την αύξηση του ΑΕΠ να ωφελούνται όλοι αναλογικά με τη συνεισφορά τους. Στην Ελλάδα (όπως και στην Αμερική) από την αύξηση του ΑΕΠ (με διόγκωση του χρέους) ωφελήθηκαν κυρίως οι εύποροι, λόγω έντονης εισοδηματικής ανισότητας και χαμηλής πραγματικής φορολογίας των πλουσίων. Επειδή στην αποπληρωμή συμμετέχουν όλοι και κυρίως οι φτωχοί, η προσπάθεια συγκέντρωσης των πόρων που απαιτούνται, θα φέρει κοινωνική αναταραχή. Συνεπώς, δουλειά της πολιτικής είναι να νομοθετήσει και να εφαρμόσει φορολογικούς νόμους που υπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη και συμβάλλουν στην αποπληρωμή του χρέους. Όλα τα αριστερά κόμματα συμφωνούν σε αυτό και μάλιστα, στην Ελλάδα, συμφωνεί (στα λόγια) και η Δεξιά .

Για να δημιουργηθεί, όμως, πλούτος και φόροι που θα καλύψουν τις υποχρεώσεις, πρέπει να υπάρξει ανάπτυξη, δηλαδή επένδυση κεφαλαίου και κερδοφορία. Αν η επένδυση γίνει από δημόσια έσοδα ή/και από κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, είναι θέμα καθαρά πολιτικό. Η Δεξιά του Adam Smith, θα φορολογήσει λίγο, δίνοντας κίνητρα και ελπίζοντας σε υπέρ- ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και πολλά έσοδα. Λόγω, όμως, περιορισμένης φορολογικής βάσης, τα έσοδα μπορεί να μη φτάσουν για τις πληρωμές του χρέους. Μία εκδοχή αριστεράς τύπου Σουηδίας, θα φορολογήσει περισσότερο για να επενδύσει και σε δημόσια αγαθά που η κοινωνία δεν «εμπιστεύεται» στον ιδιωτικό τομέα. Θα εγγυηθεί ότι η φορολογία θα είναι δίκαιη και ότι η αποπληρωμή του χρέους θα ωφελήσει όλους. Αν πείσει, χωρίς να «σκοτώσει» την παραγωγική διαδικασία, θα έχει επιτύχει μείωση του χρέους και εξασφάλιση κοινωνικής ειρήνης.

Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι οι περιπτώσεις αποτυχίας, είναι δύο. Πρώτον, η «άπληστη» δεξιά τύπου Mitt Romney, απαλλάσσει από τη φορολογία τους κερδισμένους από την αύξηση του ΑΕΠ και αυξάνει το χρέος τυπώνοντας δολάρια. Αυτό το ζήσαμε και στην Ελλάδα, με τη νόμιμη φοροαπαλλαγή των «εχόντων» και την ανοχή στην εκτεταμένη διαφθορά των φορολογικών αρχών.  Δυστυχώς, ακόμη δεν βλέπουμε μία συνετή ευρωπαϊκή δεξιά, καλό μαθητή του Adam Smith. Δεύτερη περίπτωση σίγουρης αποτυχίας, είναι η «μπρούτα» Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή δεν θα πετύχει αύξηση του ΑΕΠ, αλλά του… χρέους, αφού κανείς δεν επενδύει για να κάνει υποχρεωτικό …δώρο στο κόμμα. Και, δυστυχώς για εμάς, η Ελλάδα δεν μπορεί να τυπώσει ευρώ, παρά μόνο …δραχμές. Ιδού, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «ποια ή πόση αριστερά» θέλουμε. Όση και όποια θέλουμε, εκτός από την κομμουνιστική αριστερά.

ΠΟΣΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Σεπτεμβρίου 29, 2012

Αν, τελικά, διασωθεί η Ελλάδα, πρέπει το συντετριμμένο πολιτικό μας σκηνικό να ανασυνταχθεί. Τα κόμματα να αναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους και ο λαός να αποφασίσει τι θέλει. Το ερώτημα που νομίζαμε ότι απαντήθηκε καθοριστικά πριν από 60 χρόνια, είναι «πόση και ποια Αριστερά θέλουμε». Μετά από 50 χρόνια διαγκωνισμού των κομμάτων για το σωστό μείγμα αριστεροσύνης και λίγες ψήφους από το να γίνουμε η Κούβα της Ευρώπης, είναι καιρός να απαντήσουμε.

Στις εκλογές διαπιστώθηκε ανισορροπία μεταξύ του αυτοπροσδιορισμού των κομμάτων στην Ελλάδα και του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος. Στη Δεξιά τα πράγματα είναι λίγο μπερδεμένα.

Ενα μεγάλο συντηρητικό κεντροδεξιό αστικό κόμμα, με μία φιλελεύθερη φλέβα, αλλά γαλάζιο αντίγραφο του ΠΑΣΟΚ, όπου ο κρατισμός επικράτησε κατά κράτος του φιλελευθερισμού.

Πρόσφατα δημιουργήθηκε και μία ιδιότυπη λαϊκή Δεξιά, με ρίζες στην πολιτική μας ιστορία, που μοιράζεται σε τρία κομμάτια, το ένα μέσα στη ΝΔ και οι ΑΝΕΛ και ΛΑΟΣ, με ημερομηνία λήξης, αφού, αργά ή γρήγορα, θα επιστρέψουν στην κοίτη τους. Θα μείνει, συνεπώς, η κεντροδεξιά και η ναζιστική Χρυσή Αυγή, δημιούργημα της παγκοσμιοποίησης, της ανικανότητας των αστικών κυβερνήσεων και της Αριστεράς. Υπάρχει, συνεπώς, μία σχετικά «κανονική Ευρωπαϊκή» Δεξιά, αλλά και «ανώμαλη» εκπροσώπηση στην Αριστερά. Εχουμε δύο κομμουνιστογενή κόμματα και ένα παλαιοκομμουνιστικό, αλλά δεν έχουμε Κεντροαριστερά.

Το ΠΑΣΟΚ, καταχρηστικά εκπρόσωπος της Κεντροαριστεράς, δεν μπορεί να συνεχίσει με τη σημερινή του μορφή, ίσως και καθόλου.

Η ΔΗΜΑΡ ίσως ενίσταται στον προσδιορισμό της ως κομμουνιστογενούς, αλλά η «φοβία» με την οποία αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να κατηγορηθεί ως «λιγότερο αριστερή» από τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλα μαρτυράει. Αν θέλει να διαφοροποιηθεί, ας γίνει πιο τολμηρή. Αυτό που λείπει σήμερα, πάντως, είναι η σύγχρονη κυβερνώσα κεντροαριστερά, όπως αυτή διαμορφώνεται στα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα της Ευρώπης. Την «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ-ΠΑΜΕ και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ως πρότερου ΠΑΣΟΚ, τις απορρίψαμε, γιατί δεν τις… αντέχουμε. Καιρός για την Αριστερά να λανσάρει το νέο της… μοντέλο. Η… αγορά περιμένει.