Archive for Δεκέμβριος 2012

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

Δεκέμβριος 31, 2012

Η «δόση» και αίσθηση ασφαλείας για ένα διάστημα είναι γεγονός για πολλούς. Βέβαια, υπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν ότι μας κάνει κακό και προσπαθούν να πείσουν ξένους ηγέτες να σταματήσουν να μας δανείζουν. Η ιστορία θα δείξει, αλλά νομίζω ότι μας επέτρεψε να ελπίσουμε ότι τα Χριστούγεννα αυτά θα είναι τα τελευταία με κυρίαρχο το συναίσθημα απελπισίας και αγωνίας για το μέλλον. Έχουμε, όμως, ξανά ελπίσει και απογοητευθεί. Κάτι αλλιώτικο πρέπει να γίνει τώρα. Νομίζω ότι τώρα έχει έρθει η ώρα της κοινωνίας να εκφρασθεί και να κάνει κάτι. Συχνά ακούμε την απορία «να βοηθήσω αλλά πώς;; τι μπορώ να κάνω εγώ;;». Τώρα, ίσως υπάρχει απάντηση. Για πρώτη φορά στα τελευταία τρία χρόνια, υπάρχουν οι προϋποθέσεις να εξαργυρώσουμε τις θυσίες που κάναμε. Σε αυτό, όμως, πρέπει να σκεφθούμε διαφορετικά από ότι μέχρι τώρα.
Πολλοί πιστεύουν ότι ο χειμώνας φέτος θα είναι ο χειρότερος. Είναι πολύ πιθανό, όπως το σκοτάδι είναι βαθύτερο αμέσως πριν το πρώτο χάραμα. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Μέτρα που «δαγκώνουν» αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2013. Άλλα θα φανούν στα πρώτα εκκαθαριστικά. Η ΔΕΗ θα ακριβύνει όπως, ίσως, και άλλες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν τα πρώτα ενθαρρυντικά μηνύματα. Κάποια «οχυρωματικά» αρχίζουν να αποδίδουν. Η πρώτη ρευστότητα θα γίνει αισθητή ίσως μέσα στις γιορτές, κάποια δάνεια θα αρχίσουν, ίσως το πρώτο πρωτογενές πλεόνασμα φανεί μέσα στο χειμώνα. Υπάρχουν, βέβαια, προϋποθέσεις. Αν ο Τουρισμός και η κρουαζιέρα πετύχουν διψήφια αύξηση. Αν οι τράπεζες «τα βρουν» με το δημόσιοι, και ξεκινήσουν οι αυτοκινητόδρομοι και κάποια άλλα έργα. Ίσως κάποιες αποκρατικοποιήσεις συνδυασμένες με επενδύσεις. Αυτά θα φέρουν το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα στο θηρίο της ανεργίας και το χρήμα θα αρχίσει πάλι να εμφανίζεται στην «αγορά».
Υπάρχει, όμως, ένα ασύγκριτα δυνατότερο όπλο για μία άμεση στρατηγική νίκη. Ένα χαρακτηριστικό που υπερηφανευόμαστε ότι βρίσκεται μόνο στην Ελλάδα, το φιλότιμο. Ήρθε η ώρα να πουν οι Έλληνες «δεν ανέχομαι να με θεωρούν τεμπέλη. Δεν ανέχομαι τα δανεικά, την καλοσύνη ή την υστεροβουλία των άλλων. Δεν υποθηκεύω το μέλλον των παιδιών μου, τον εθνικό μου πλούτο για τα χρέη από το ανόητο παρελθόν μου. Είμαι πολύ περήφανος για να γίνω «μπαταχτσής» όπως κάποιοι θέλουν». Ίσως μία ιστορική στιγμή όπου ο λαός παίρνει τα πράγματα στα χέρια του και οδηγεί τις εξελίξεις.
Δεν ονειρεύομαι επαναστάσεις, ή ότι οι «ελίτ» του πλούτου θα αποκτήσουν εθνική συνείδηση. Δεν πιστεύω σε «κοινωνία αγγέλων». Πιστεύω, όμως, ότι ο λαός, με εκφραστές του συνδικάτα και κόμματα, και η κυβέρνηση μπορούν, μπροστά στην καταστροφή, να συνεννοηθούν. Τα Συνδικάτα μπορούν να ανακτήσουν τη χαμένη τους τιμή ως ιμάντας επικοινωνίας λαού και κυβέρνησης σταματώντας άσκοπες γυμναστικές, μοναχικές πορείες σε άδειους δρόμους και καταλήψεις στα ερείπια μίας κοινωνίας του όχι σε όλα. Για να είναι χρήσιμοι πρέπει να γίνουν υπεύθυνοι. Πιστεύω, επίσης, ότι τα κόμματα θα καταλάβουν ότι δεν υπάρχουν για να διαχειρίζονται την εξουσία, αλλά, κυρίως, για πραγματώνουν τη συμμετοχή του λαού στη δημοκρατική διαδικασία.
Αν αυτοί οι δύο απαξιωμένοι θεσμοί, κόμματα και συνδικαλισμός, συνειδητοποιήσουν ότι τους παρέχεται μία, κυριολεκτικά τελευταία, ευκαιρία, ίσως μπορέσουν να επεξεργασθούν ένα εξάμηνο Κοινωνικό Συμβόλαιο Τιμής με την Κυβέρνηση. Οι εργαζόμενοι να υποσχεθούν εργασιακή ειρήνη. Πάσχα χωρίς σκουπίδια, καλοκαίρι χωρίς δεμένα πλοία, δημόσιες υπηρεσίες ανοικτές, τραίνα που κυλούν και αύξηση παραγωγικότητας όσο, τουλάχιστον, εξαρτάται από αυτούς. Τα κόμματα να υποσχεθούν ότι κριτική στα κυβερνητικά μέτρα θα γίνεται μόνο στη βάση του λαϊκού και του εθνικού συμφέροντος και όχι για ευτελείς και ιδιοτελείς κομματικές και προσωπικές επιδιώξεις. Τέλος, η Κυβέρνηση να υποσχεθεί αξιοκρατία και δίκαια μέτρα και να σταματήσει κομματικές τοποθετήσεις και «κουτοπόνηρες» ενέργειες. Αν το Σεπτέμβρη έχουμε μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα στα μνημονιακά υπεσχημένα, το Συμβόλαιο θα προβλέπει ένα δίκαιο μέρισμα στις καταρρακωμένες λαϊκές τάξεις. Η τρόικα θα συμφωνήσει γιατί, σαν καλοί λογιστές, μπορούν να υπολογίσουν πόσο «κόστισε» η κοινωνική αναταραχή της προηγούμενης τριετίας και οπόσο θα κοστίσει ενδεχόμενη έκρηξη αυτό το χειμώνα. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, να σιγουρέψουμε ότι η σημερινή αίσθηση ανακούφισης δεν θα πάει χαμένη. Ας κάνουμε αυτό το Πρωτοχρονιάτικο δώρο στον εαυτό μας.

ΕΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΤΙΜΗΣ

Δεκέμβριος 21, 2012

Πολλοί πιστεύουν ότι ο χειμώνας φέτος θα είναι ο χειρότερος. Είναι πολύ πιθανό, όπως το σκοτάδι είναι βαθύτερο αμέσως πριν το πρώτο χάραμα. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Μέτρα που «δαγκώνουν» αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2013. Άλλα θα φανούν στα πρώτα εκκαθαριστικά. Η ΔΕΗ θα ακριβύνει όπως, ίσως, και άλλες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν τα πρώτα ενθαρρυντικά μηνύματα. Κάποια «οχυρωματικά» αρχίζουν να αποδίδουν. Η πρώτη ρευστότητα θα γίνει αισθητή ίσως μέσα στις γιορτές, κάποια δάνεια θα αρχίσουν, ίσως το πρώτο πρωτογενές πλεόνασμα φανεί μέσα στο χειμώνα. Υπάρχουν προϋποθέσεις. Αν ο Τουρισμός και η κρουαζιέρα πετύχουν διψήφια αύξηση. Αν οι τράπεζες «τα βρουν» με το δημόσιοι, και ξεκινήσουν οι αυτοκινητόδρομοι και κάποια άλλα έργα. Ίσως κάποιες αποκρατικοποιήσεις συνδυασμένες με επενδύσεις. Αυτά θα φέρουν το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα στο θηρίο της ανεργίας.
Υπάρχει, όμως, ένα ασύγκριτα δυνατότερο όπλο για να πετύχουμε μία άμεση στρατηγική νίκη. Το φιλότιμο. Φαντάζομαι τους Έλληνες να λένε, «δεν ανέχομαι να με θεωρούν πρόβλημα ή τεμπέλη. Δεν ανέχομαι τα δανεικά, την καλοσύνη ή την υστεροβουλία των άλλων. Δεν υποθηκεύω το μέλλον των παιδιών μου, τον εθνικό μου πλούτο για τα χρέη από το ανόητο παρελθόν μου. Είμαι πολύ περήφανος για να γίνω «μπαταχτσής» όπως κάποιοι θέλουν». Ονειρεύομαι, δηλαδή, μία άλλη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, όπου ο λαός παίρνει πραγματικά τα πράγματα στα χέρια του και οδηγεί τις εξελίξεις.
Δεν ονειρεύομαι επαναστάσεις, ή ότι οι «ελίτ» του πλούτου θα αποκτήσουν εθνική συνείδηση. Πιστεύω όμως ότι λαός και κυβέρνηση μπορούν να συνεννοηθούν. Ότι συνδικαλιστές και κόμματα μπορούν να επεξεργασθούν ένα εξάμηνο Κοινωνικό Συμβόλαιο Τιμής. Οι εργαζόμενοι να υποσχεθούν εργασιακή ειρήνη και προσπάθεια να αυξηθεί η παραγωγικότητα όσο, τουλάχιστον, εξαρτάται από αυτούς. Χριστούγεννα χωρίς σκουπίδια, καλοκαίρι χωρίς δεμένα πλοία, δημόσιες υπηρεσίες ανοικτές και τραίνα που κυλούν. Και αν το Σεπτέμβρη έχουμε μετρήσιμα αποτελέσματα στα Μνημονιακά υπεσχημένα, το Συμβόλαιο θα προβλέπει ένα δίκαιο μέρισμα. Η τρόικα θα συμφωνήσει, είμαι βέβαιος. Ας κάνουμε αυτό το Χριστουγεννιάτικο δώρο στον εαυτό μας και στην πατρίδα.

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Δεκέμβριος 19, 2012

Πολλοί πιστεύουμε ότι δόθηκε την Ελλάδα μία, κυριολεκτικά τελευταία, ευκαιρία να αλλάξει σελίδα. Δυστυχώς, η ευκαιρία για την πολιτική και, κυρίως, την πολιτισμική μας στροφή έρχεται με την απειλή της οικονομικής καταστροφής και όχι μέσα από την Πολιτική και την Παιδεία, όπως έγινε στη Δύση. Φωτεινές εξαιρέσεις όπως ο Τρικούπης και ο Βενιζέλος είχαν όραμα και άφησαν παρακαταθήκη. Οι ποιητές, συγγραφείς, τραγουδοποιοί, συνθέτες, ευγενικές ψυχές όπως ο Μ. Χατζηδάκης και η Μελίνα, όλοι οραματίσθηκαν μία σύγχρονη δυτική Ελλάδα με μία μοναδική νοσταλγική ματιά στην Ανατολή. Μία πραγματική διαχρονική γέφυρα, εκφραστής της πεμπτουσίας του πολιτισμού. Αυτή θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα σήμερα, αλλά όλα στράβωσαν με τον εμφύλιο και όσα ακολούθησαν.
Με συμφωνία των συμμάχων, η Ελλάδα «παρέμεινε» στη Δύση. Δυστυχώς, «νικητές» και «ηττημένοι» αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Οι πρώτες, δεξιές, κυβερνήσεις, ξενοκίνητες και ηθικά διαβλητές και το Παλάτι επιδόθηκαν σε ένα άθλιο πογκρόμ όσων διαφωνούσαν, με την κατηγορία του «κουμουνιστή». Αυτό καθιέρωσε μία διαρκή ενοχική στάση των δημοκρατών μη κομμουνιστών, θεοποίησε την έννοια του αριστερού και την ταύτισε με την έννοια του «προοδευτικού». Κράτησε 50 χρόνια και χρειάστηκε η κατάρρευση του σοβιετικού προτύπου για να αρχίσει η ανάταξη του πολιτικού στραβισμού που προκάλεσε την κρίση. Υπεύθυνες είναι οι μεταπολιτευτικές πολιτικές ηγεσίες που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να αλλάξουν το πολιτισμικό μας DNA. Ο πρεσβύτερος Καραμανλής δεν τόλμησε, αλλά, τουλάχιστον, το «ανέθεσε» στην Ευρώπη μέσω της ΕΟΚ. Ο Α. Παπανδρέου όχι μόνο δεν τόλμησε, αλλά εκμεταλλεύτηκε τα χειρότερα ένστικτα ενός λαού πολιτισμικά ανώριμου και πολιτικά ευτελούς. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τόλμησε αλλά δεν πέτυχε ο Κ. Σημίτης. Οι Γ. Παπανδρέου, και Κ. Καραμανλής δεν ασχολήθηκαν και, άλλωστε, δεν θα μπορούσαν. Και μετά, ήρθε η κρίση, η φτώχεια και ποιος ξέρει τι ακόμη.
Ο λαός αντιστέκεται στην πρόοδο. Ίσως η Ανατολή, το χουζούρι, η αργομισθία, το δημόσιο-εχθρός, που «κλέβουμε» όπου μπορούμε ασκούν ακόμη επιρροή. Το «δίκιο του κυρίαρχου λαού», αγωνιστών τύπου Μπαλασσόπουλου μας ταιριάζουν καλύτερα από «ξενέρωτες» αρετές, όπως η δημιουργία, μία κοινωνία δικαίου, υπακοή στο νόμο, δημοκρατία και σεβασμός στο δημόσιο χώρο. Από την κρίση δεν ωφελούνται οι «γνήσιοι» αριστεροί ΚΚΕ και ΔΗΜΑΡ, αλλά την εκμεταλλεύονται νέοι εκφραστές του παλιού. Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει ανύπαρκτο πλούτο, οι ΑΝΕΛ πελαγοδρομούν , αλλά το ρατσιστικό ναζιστικό μόρφωμα που προέκυψε με την κρίση θα μείνει για πολύ. Δεν εκπροσωπείται πολιτικά, ο χώρος των «αφανών» δημιουργών, αυτών που δημιουργούν και κρατούν ακόμη αυτή τη χώρα ζωντανή.
Ένα μεγάλο, βουβό, μέρος της κοινωνίας ελπίζει σε κάτι άλλο. Δεν το έχει πιάσει ακόμη το ραντάρ των ΜΜΕ, αλλά το βλέπουμε στις συζητήσεις, στις στήλες των σοβαρών εφημερίδων και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι άνθρωποι από τους οποίους θα έρθει η έξοδος από την κρίση δεν πιστεύουν σε δεξιά ή αριστερά όνειρα. Τους φτάνει ότι είδαν στο παρελθόν και αυτό που βλέπουν στους νέους ιδιοκτήτες του brand name. Δε νοιώθουν ενοχές για το διωγμό των αριστερών. Αντίθετα, πιστεύουν ότι πρέπει να ντρέπονται οι επαγγελματίες καταχραστές της αριστεροσύνης και οι σημερινοί μιμητές τους. Δεν νοσταλγούν μία «Λαϊκή» δεξιά που ζει στις «δάφνες» του Εμφυλίου και του πλιάτσικου που ακολούθησε. Τέλος, πολλοί θεωρούν ότι οι τοποθετήσεις προσώπων σε σημαντικές θέσεις δε δείχνουν ότι ο κ. Σαμαράς αντιμετωπίζει την ιστορική ευκαιρία που τον έφερε στη θέση του δυνητικού σωτήρα του Έθνους με την ανάλογη ευθύνη.
Το «κόμμα χωρίς όνομα» είναι ιστορική αναγκαιότητα. Οι οπαδοί του δεν εκπροσωπούνται, γιατί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν το βάρος των τελευταίων 30 χρόνων, ενώ κάποιοι αισθάνονται συμπάθεια αλλά και ανυπομονησία με τη αμφιθυμία της ΔΗΜΑΡ. Ανέχονται την τρικομματική κυβέρνηση, γιατί δεν υπάρχει αξιοπρεπής και ασφαλής εναλλακτική λύση. Ας μην ξεχνάμε ότι σε όλες τις δημοσκοπήσεις το 20% δηλώνουν αναποφάσιστοι. Υπάρχουν έξι μήνες για να βρεθεί μία αξιόπιστη ηγεσία για το νέο κόμμα που θα ενσωματώσει φιλελεύθερους, κεντρώους, κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς. Αυτά που τους ενώνουν όπως η δίψα για δημοκρατία και πρόοδο σε καθεστώς ελευθερίας και δικαίου είναι απείρως περισσότερα από όσα τους χωρίζουν. Αναζητούνται νέες στην ηλικία, αξιόπιστες και δυναμικές ηγεσίες και θεραπεία από την αρρώστια της αρχομανίας και της αυθεντίας. Ας ελπίσουμε ότι ο κίνδυνος της ολικής καταστροφής είναι το καλύτερο φάρμακο.

ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΡΙΦΟΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑΣ: Γιατί θα είμαι υποψήφιος με τη ΔΡΑΣΗ στη Β’ Αθηνών

Δεκέμβριος 12, 2012

Η ανάλυση των διαθέσεων του εκλογικού σώματος στην κρίσιμη αυτή στιγμή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (Κάπα Research 24/3/12). Πέρα από το κλασσικό ερώτημα της εκλογικής επιρροής στο οποίο συνήθως επικεντρωνόμαστε, σημασία έχει η κατάταξη των εκλογέων στο φάσμα Αριστερά- Δεξιά. Παρά την εντύπωση ότι η Αριστερή ιδεολογία έχει επικρατήσει μετά την Μεταπολίτευση και το γεγονός ότι τη μεγαλύτερη «φασαρία» κάνουν τα (πολλά) αριστερά κόμματα, οι αριθμοί δείχνουν άλλα πράγματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό (35,3%) αυτοκατατάσσεται στη Δεξιά και το 32,2% στην Αριστερά. Το 23,5% των ψηφοφόρων κατατάσσει τον εαυτό του στο μέσο, ενώ στην ακραία αριστερή θέση είναι το 10,6% και στην ακραία δεξιά θέση το 12,4%. Συνεπώς, το εκλογικό σώμα κάθε άλλο παρά αριστερό δηλώνει. Αν, μάλιστα δούμε την κατανομή στους ψηφοφόρους της ΝΔ 2009, η Δεξιά δείχνει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση προτιμήσεων (28,1%) στο άκρο-δεξιά, ενώ άκρα αριστερά δηλώνει μόνο το 9,7% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ 2009.
Ως προς την εκλογική επιρροή, υπάρχουν πέντε κόμματα αριστερά του ΠΑΣΟΚ με σύνολο 20,9%. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ομάδα πολιτικών δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιμνημονιακές. Τα κόμματα της ακραίας ή εθνικιστικής δεξιάς (ΛΑΟΣ, Αν. Ελλ., Χρυσή Αυγή), συγκεντρώνουν το 14,2%. Μαζί με τους Οικολόγους (2,5%) το αντιμνημονιακό μέτωπο συγκεντρώνει το 37,6%, ενώ οι δυνάμεις που στηρίζουν το Μνημόνιο είναι η παραδοσιακή Δεξιά (ΝΔ, ΔΗΣΥ) με 20.4% και το ΠΑΣΟΚ με 14,3%, δηλαδή συνολικά 34,7%. Λόγω της πολυδιάσπασης των αντιμνημονιακών δυνάμεων και του ετερόκλητου χαρακτήρα τους, δεν αποτελούν αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση. Έτσι, είναι φανερό ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα «υποχρεωθούν» να συγκυβερνήσουν.
Τι σημασία έχει όμως αυτή η εκλογική διάταξη και οι κομματικές προτιμήσεις με την οικονομική κρίση που ζούμε σήμερα; Είναι οι δυνάμεις που στηρίζουν το Μνημόνιο προσηλωμένες σε μία πολιτική που υπόσχεται την έξοδο σε σύντομο χρονικό διάστημα; Έχει, άραγε η παραδοσιακή διάταξη σε Αριστερά – Δεξιά ιδιαίτερη σημασία; Μήπως η οξύτερη διαμάχη δεν είναι αυτή μεταξύ ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά και μεταξύ ΛΑΟΣ, Αν. Ελλ., Χρυσή Αυγή και ΝΔ στη Δεξιά; Αν εστιάσουμε στις απόψεις των κομμάτων σχετικά με την οικονομία, τα πράγματα είναι αποθαρρυντικά. Η μέχρι τώρα εμπειρία μετά τη Μεταπολίτευση δείχνει ότι ο εχθρός της οικονομίας ήταν ο κρατισμός και η κομματοκρατία. Η κυριαρχία της αντίληψης που θέλει τα πάντα να εκπορεύονται από το κράτος ήταν κοινό γνώρισμα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, πολύ δε περισσότερο της (αριστερής) αντιπολίτευσης. Για δύο γενιές, η κρατούσα άποψη ήταν το «δικαίωμα» στην κατανάλωση, ακόμη, ή κυρίως, με δανεικά και σχεδόν ποτέ η «υποχρέωση» ή η αναγκαιότητα της παραγωγής. Από την εποχή της Τουρκοκρατίας μας έμεινε το σχήμα κράτος – κόμμα – εξουσία, κοτζαμπάσηδες – ρουσφέτι – άδειες. Η οικονομική δραστηριότητα περιορίστηκε σε λίγους κρατικοδίαιτους «εθνικούς προμηθευτές» και εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένη εμβέλεια και μοναδική αποστολή να συντηρούν τη μαφία της διαφθοράς στο δημόσιο – κομματικό φάσμα.
Το αυτονόητο ότι μόνο η δημιουργία πλούτου και η παραγωγή για κατανάλωση και εξαγωγές φέρνει απασχόληση, εισοδήματα, φόρους και, τελικά, το επιθυμητό επίπεδο ζωής, δεν μπήκε ποτέ στο «ραντάρ» των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων. Δεν είναι υπερβολή ότι τη στιγμή που η χώρα διέρχεται ίσως τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας της και κινδυνεύει πάλι με χρεωκοπία, κανένα κόμμα δεν έχει πολιτική αντίστοιχη με τις πραγματικές ανάγκες. Η χώρα αντιστρατεύεται τις ζωντανές δυνάμεις της με ένα πλέγμα νόμων, ρυθμίσεων, αδειών, εγκρίσεων, που «απαγορεύουν» την παραγωγική της αναδιάταξη. Όταν πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε, έχουμε πέντε αριστερά και τρία εθνικιστικά κόμματα που απεργούν και ζητούν παροχές. Οι κάποτε εκσυγχρονιστικές δυνάμεις είναι εκτός ΠΑΣΟΚ και, παρά τις καταγγελίες για «νεοφιλελεύθερη πολιτική», στο σύνολο του 34,6% που συγκεντρώνει η δεξιά, μόνο η ΔΗΣΥ με 2,3% ικανοποιεί κάπως τα κριτήρια του οικονομικού φιλελευθερισμού, αλλά φαίνεται να έχει άλλα σοβαρά προβλήματα. Οι υποτιθέμενες δυνάμεις της αγοράς, ΣΕΒ, Έμποροι και Βιοτέχνες, χωρίς πολιτική ατζέντα, παρουσιάζουν απωθητικό πρόσωπο, διεκδικώντας την ευημερία της φοροδιαφυγής που χάθηκε ανεπιστρεπτί.
Η μόνη, αλλά ισχυρή ελπίδα που αχνοφαίνεται, είναι η απαίτηση ανατροπής του κρατικιστικού μοντέλου με τόνωση της επιχειρηματικότητας και της εξωστρέφειας. Νέοι επιστήμονες, αγρότες και επιχειρηματίες, με όπλα την … τρόικα, την τεχνολογία και την κοινωνική δικτύωση, διεκδικούν απελευθέρωση αγορών και διαδικασιών. Ατομικά ή σε ομάδες, επαγγελματικά και τοπικά, είναι τα ρυάκια που, αν συνενωθούν, θα γίνουν το ποτάμι που θα παρασύρει τα παλιά φθαρμένα υλικά. Αυτή τη νέα τάση εκπροσωπεί μόνο η «Δράση», με ηγέτη το Στέφανο Μάνο που ανακοίνωσε χθες την επίσημη συμμετοχή της στις εκλογές. Αν και προσπάθειες για κοινή κάθοδο με τη ΔΗΣΥ δεν φαίνεται να ευδοκιμούν, από τις τάξεις τους μπορεί να ξεπηδήσει το δυναμικό στοιχείο που θα φέρει, επί, τέλους, το ξεκίνημα της οικονομίας για μία υγιή ανάπτυξη. Την προσπάθεια θα πρέπει να συνδράμουν τα ΜΜΕ και ο Τύπος αν διαλέξουν να αναδείξουν το καινούργιο που έρχεται. Μόνο για το λόγο αυτό, οι προσεχείς εκλογές ίσως αξίζουν τον κόπο. Αυτός είναι και ο λόγος που ο υπογράφων αποφάσισε, μετά από 40 χρόνια επαγγελματικής και Πανεπιστημιακής καριέρας να είναι υποψήφιος στη Β΄Αθηνών.

ΠΟΣΗ (ΠΟΙΑ) ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Δεκέμβριος 12, 2012

Σε πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Πόση αριστερά θέλουμε», φίλος αγαπητός παρατήρησε: «είναι “ποια” αριστερά θέλουμε». Για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμουν ένα βιβλίο και, άλλωστε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να το γράψει. Απλοϊκά, σκέφτομαι ότι το είδος της αριστεράς που θέλουμε προϋποθέτει επιλογή ανάμεσα σε σχεδόν άπειρες εκδοχές της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού, του ρόλου του Κράτους στην οικονομία και στην πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Το «πόση αριστερά» όμως, είναι θέμα ποσοτικό που οριοθετείται από την ελευθερία του ατόμου και τη διασφάλιση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η ιδιοκτησία και η ελευθερία του λόγου. Άρα, από τη συζήτηση περί αριστεράς αποκλείονται απολυταρχικά καθεστώτα όπως η ΕΣΣΔ, η Κίνα, η Β. Κορέα και κόμματα που σήμερα αμφισβητούν την αυταξία της ελευθερίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Το επιθυμητό «μέγεθος» της αριστεράς που χρειαζόμαστε, συνεπώς, μπορούμε να το οριοθετήσουμε χρησιμοποιώντας το θέμα του δημόσιου χρέους και την πολιτική αντιμετώπισή του στις διάφορες εκδοχές της αριστεράς. Θα εξετάσουμε, με άλλα λόγια, το βαθμό στον οποίο τα κόμματα της Αριστεράς στην Ελλάδα μπορούν, βάσει ιδεολογίας και διακηρυγμένων απόψεων, να έχουν στάση συνεπή με την αποπληρωμή του χρέους και κυρίως με την αποφυγή δημιουργίας νέων ελλειμμάτων

Ίσως η ποιο αξιόπιστη συνταγή της οικονομικής επιστήμης για σταθερή ανάπτυξη, προφανώς χωρίς χρέος, είναι του Adam Smith: «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η προϋπόθεση της ειρήνης είναι αυτονόητη, αλλά οι άλλες δύο είναι «γεμάτες» πολιτική σημασία και η σχέση τους με την ανάπτυξη καθόλου αυτονόητη. Το ύψος των φόρων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο οι πολίτες, συνειδητά και σύμφωνα με το εκάστοτε αξιακό σύστημα της κοινωνίας, αναθέτουν στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα την παραγωγή κοινωνικών αγαθών όπως υγεία, ασφάλιση, δημόσια τάξη και άμυνα. Αν το εύρος των δημοκρατικών κατακτήσεων και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν αμφισβητείται, το ζήτημα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό. Ο Adam Smith, πατέρας της φιλελεύθερης δεξιάς οικονομικής σχολής, ήθελε χαμηλούς φόρους γιατί πίστευε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κάνει τη «δουλειά» καλύτερα. Ο άρτι εκλιπών Eric Hobsbawm, συνεπής αριστερός, πίστευε το αντίθετο. Αυτές είναι  πραγματικές πολιτικές επιλογές, με επιτυχημένες εφαρμογές και στις δύο σχολές. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η λειτουργούσα δημοκρατία και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Η εφαρμογή των νόμων, τρίτη προϋπόθεση του Adam Smith, είναι εγγυημένη μόνο σε μία δημοκρατία, όπου κόμματα και πολιτικό σύστημα αποζητούν τη δικαίωσή τους στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Συνεπώς, είναι αδύνατο να συμπεριλάβουμε στη συζήτηση το ΚΚΕ, με δεδομένη τη δηλωθείσα «διαφωνία» του με το Σύνταγμα. Επίσης, επειδή το «χρέος» είναι έννοια οικονομική και επειδή υποθέτω ότι στην Ελλάδα η πλειοψηφία (ακόμη) υιοθετεί την οικονομική φιλοσοφία «κανονικών» χωρών, εκτός της μαρξιστικής – λενινιστικής θεώρησης, αποκλείεται η «τρελή» άποψη ότι το χρέος αντιμετωπίζεται με χρεοκοπία στη λογική τού «δεν πληρώνω τα χρέη τους». Αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος, τουλάχιστον, του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναζήτηση «αριστερής» λύσης στην αντιμετώπιση του χρέους.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι το μείζον πρόβλημα σήμερα είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που έφθασε πάλι, παρά το κούρεμα, το 160% του ΑΕΠ. Μέγεθος  πολύπλοκο στη διαμόρφωσή του και τις μεθόδους αντιμετώπισής του, (βλ. Γ. Παγουλάτος 30/9 στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), αλλά απλό στον ορισμό του. Είναι το άθροισμα λειτουργικών (ή πρωτογενών) ελλειμμάτων και κόστους εξυπηρέτησης (τόκοι – χρεολύσια). Ας υποθέσουμε ότι φέτος το ΑΕΠ είναι €100 δις και το χρέος άλλο τόσο (100% του ΑΕΠ). Σε ένα χρόνο, το ΑΕΠ θα έχει αυξηθεί με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και το χρέος ανάλογα με τα επιτόκια. Αν το ΑΕΠ αυξηθεί 5% και το (μέσο) επιτόκιο είναι 4%, μπορούμε να μειώσουμε το χρέος κατά 1% του ΑΕΠ ή  €1δις. Το χρέος, συνεπώς, αντιμετωπίζεται εύκολα με ανάπτυξη μεγαλύτερη από το επιτόκιο που πληρώνουμε στο χρέος μας.

Δεν είναι, όμως, δυστυχώς, ένα απλό θέμα αριθμητικής, αλλά  θέμα πολιτικό, δηλαδή η κοινωνική επιλογή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς . Η παραπάνω απλή συλλογιστική, θα ίσχυε, αν συνέτρεχαν παράλληλα και μόνο τα εξής: α) το φορολογικό σύστημα να είναι απολύτως προοδευτικό, δηλαδή, στην αποπληρωμή του χρέους με φόρους να συμμετέχουν όλοι, σύμφωνα με το μερίδιο του ΑΕΠ που τους αντιστοιχεί (δίκαιη φορολογία) και β) από την αύξηση του ΑΕΠ να ωφελούνται όλοι αναλογικά με τη συνεισφορά τους. Στην Ελλάδα (όπως και στην Αμερική) από την αύξηση του ΑΕΠ (με διόγκωση του χρέους) ωφελήθηκαν κυρίως οι εύποροι, λόγω έντονης εισοδηματικής ανισότητας και χαμηλής πραγματικής φορολογίας των πλουσίων. Επειδή στην αποπληρωμή συμμετέχουν όλοι και κυρίως οι φτωχοί, η προσπάθεια συγκέντρωσης των πόρων που απαιτούνται, θα φέρει κοινωνική αναταραχή. Συνεπώς, δουλειά της πολιτικής είναι να νομοθετήσει και να εφαρμόσει φορολογικούς νόμους που υπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη και συμβάλλουν στην αποπληρωμή του χρέους. Όλα τα αριστερά κόμματα συμφωνούν σε αυτό και μάλιστα, στην Ελλάδα, συμφωνεί (στα λόγια) και η Δεξιά .

Για να δημιουργηθεί, όμως, πλούτος και φόροι που θα καλύψουν τις υποχρεώσεις, πρέπει να υπάρξει ανάπτυξη, δηλαδή επένδυση κεφαλαίου και κερδοφορία. Αν η επένδυση γίνει από δημόσια έσοδα ή/και από κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, είναι θέμα καθαρά πολιτικό. Η Δεξιά του Adam Smith, θα φορολογήσει λίγο, δίνοντας κίνητρα και ελπίζοντας σε υπέρ- ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και πολλά έσοδα. Λόγω, όμως, περιορισμένης φορολογικής βάσης, τα έσοδα μπορεί να μη φτάσουν για τις πληρωμές του χρέους. Μία εκδοχή αριστεράς τύπου Σουηδίας, θα φορολογήσει περισσότερο για να επενδύσει και σε δημόσια αγαθά που η κοινωνία δεν «εμπιστεύεται» στον ιδιωτικό τομέα. Θα εγγυηθεί ότι η φορολογία θα είναι δίκαιη και ότι η αποπληρωμή του χρέους θα ωφελήσει όλους. Αν πείσει, χωρίς να «σκοτώσει» την παραγωγική διαδικασία, θα έχει επιτύχει μείωση του χρέους και εξασφάλιση κοινωνικής ειρήνης.

Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι οι περιπτώσεις αποτυχίας, είναι δύο. Πρώτον, η «άπληστη» δεξιά τύπου Mitt Romney, απαλλάσσει από τη φορολογία τους κερδισμένους από την αύξηση του ΑΕΠ και αυξάνει το χρέος τυπώνοντας δολάρια. Αυτό το ζήσαμε και στην Ελλάδα, με τη νόμιμη φοροαπαλλαγή των «εχόντων» και την ανοχή στην εκτεταμένη διαφθορά των φορολογικών αρχών.  Δυστυχώς, ακόμη δεν βλέπουμε μία συνετή ευρωπαϊκή δεξιά, καλό μαθητή του Adam Smith. Δεύτερη περίπτωση σίγουρης αποτυχίας, είναι η «μπρούτα» Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή δεν θα πετύχει αύξηση του ΑΕΠ, αλλά του… χρέους, αφού κανείς δεν επενδύει για να κάνει υποχρεωτικό …δώρο στο κόμμα. Και, δυστυχώς για εμάς, η Ελλάδα δεν μπορεί να τυπώσει ευρώ, παρά μόνο …δραχμές. Ιδού, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «ποια ή πόση αριστερά» θέλουμε. Όση και όποια θέλουμε, εκτός από την κομμουνιστική αριστερά.

ΤΑ ΕΚΤΡΟΦΕΙΑ «ΚΟΛΛΗΤΩΝ»

Δεκέμβριος 11, 2012

Μέγας σάλος ξέσπασε πρόσφατα με τους εξοργιστικούς διορισμούς αποτυχημένων «κολλητών» στις ΔΕΚΟ, για να χειριστούν δισεκατομμύρια, να διοικήσουν εργαζόμενους και να … οργανώσουν αμαρτωλούς οργανισμούς που, βούλιαξαν τη χώρα. Μετά και την ονομαστική αναφορά με λεπτομέρειες για την … «καριέρα» τους ως τώρα, είναι απορίας άξιο πώς οι ίδιοι δέχονται να αναλάβουν. Γεννιούνται πολλά κρίσιμα ερωτήματα που σχετίζονται άμεσα με το χάλι της σημερινής Ελλάδας. Τόσο … απελπισμένοι είναι;; Τέτοιοι .. «ξευτίλες», όπως θα έλεγε και ο λαϊκός τύπος που τους «υποστεί», μετά από εκατοντάδες άλλους τόσα χρόνια;; Και οι υφιστάμενοι ;; Πώς, αλήθεια, μπορείς να τους αντιμετωπίσεις στον Οργανισμό στον οποίο … διορίσθηκες, όταν σε συνοδεύει μία συγχορδία απαξιωτικών σχολίων; Ερωτήματα στα οποία κανείς δεν περιμένει απάντηση, αφού αυτή βρίσκεται στη σφαίρα της προσωπικής ηθικής και εντιμότητας όσων αφορά. Όπως είναι γνωστό, αν έχεις γλυκαθεί με την άσκηση εξουσίας, έστω και στο χαμηλότερο επίπεδο, εύκολα απαλλάσσεσαι από δύο … ενοχλητικές αυταπάτες,  της αυθεντίας και του «κληρονομικού» δικαιώματος να … διοικείς.

Υπάρχουν, όμως, δύο άλλα ερωτήματα στα οποία η κοινωνία πρέπει να απαντήσει. Το πρώτο αφορά στην αφετηρία του προβλήματος. Πού τους βρίσκουν, ποιος μηχανισμός τους φέρνει στο … «ραντάρ» αυτών που αποφασίζουν την κρίσιμη στιγμή. Το κυριότερο, γιατί νοιώθουν ότι τους χρειάζονται; Γιατί ακόμη και εκεί που έχουν αποδεδειγμένα ικανούς μάνατζερ τους διώχνουν για να τους αντικαταστήσουν με … φελλούς; Το δεύτερο και αμεσότερο ερώτημα αφορά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Η Τρόικα πού είναι;; Είναι δυνατόν να αγνοεί το πάρτι που διαρκεί δεκαετίες, αλλά επαναλαμβάνεται αυτές τις μέρες και με δική της ευθύνη; Η προσκόλληση στους «δείκτες» της οικονομίας δεν τους αφήνει ίσως να καταλάβουν ότι οι δείκτες είναι προϊόν κακοδιοίκησης, ιδιοτέλειας, ανικανότητας και ροπής στην παρανομία;

Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης σε σχέση με την προδικτατορική, χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικές αλλαγές.  Η πρώτη, η κοινωνιολογική, είναι η αντίδραση στην 7ετία. Μαζί με τη Δημοκρατία, μία νέα μικροαστική τάξη «ποτίσθηκε» με την αίσθηση της διεκδίκησης και του δικαιώματος. Ο Βέγγος του 1960, έγινε ο μικροαστός «κολλητός» της κάθε είδους πολιτικής εξουσίας. Πρωτοπόρησε το ΠΑΣΟΚ, αλλά η ΝΔ ήταν καλός μαθητής. Η δεύτερη αλλαγή ήταν ηθική, καθώς κάποιοι διαχειρίστηκαν €150 δις σε «πακέτα» και επιδοτήσεις και €350 δις σε κρατικά δάνεια μετά το 1981. Πάρα πολλοί καλοπέρασαν και πολλοί πλούτισαν χωρίς προσόντα και άκοπα, χάρις στη σχέση τους με την πολιτική εξουσία. Ο θρίαμβος του κιτς και του βλαχομπαρόκ life style του 1990 κορυφώθηκε με το «ρεσάλτο» του Χρηματιστηρίου και την ολέθρια περίοδο αμεριμνησίας 2004-2009. Ίσως η μοναδική μέχρι σήμερα περίπτωση που οι νεοέλληνες ομονόησαν σε μία «αφήγηση». Ναι, μαζί τα φάγαμε, αλλά τώρα τέλειωσαν.

Η μήπως όχι;; Στην Ελλάδα, μετά το 1980, δημιουργήθηκαν «δίκτυα εξουσίας» με τα οποία έγινε ανταλλαγή ψήφων με υψηλά εισοδήματα και εργασιακή ασφάλεια. Διαχειριστές των δικτύων, ήταν συνδικαλιστές, τοπικοί και κομματικοί παράγοντες, διορισμένοι «καθηγητές» πανεπιστημίων, που, με την ανάλογη «προμήθεια», τα πρόσφεραν στην κεντρική εξουσία. Το κράτος διόριζε επιλεγμένους «υπηκόους» από καταλόγους, ενώ πακέτα και δάνεια λίπαιναν τα γρανάζια και εξασφάλιζαν τη λειτουργία προσωπικών, εκλογικών και επιχειρηματικών μηχανισμών. Τώρα, ξένα κονδύλια και διορισμοί τέλειωσαν, αλλά έμειναν το ΕΣΠΑ και όσες ΔΕΚΟ δεν ιδιωτικοποιούνται. Καθώς το Κράτος μικραίνει, τα δίκτυα εξουσίας αλλάζουν. Οι «υπήκοοι» αισθάνονται προδομένοι και αντιδρούν με θυμό. Αποτέλεσμα ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού, οι «αγανακτισμένοι» και οι προπηλακισμοί. Οι χειριστές των δικτύων, όμως,  χαράζουν νέα στρατηγική με στόχο τη συμμετοχή στο κυβερνητικό παιγνίδι (και) με τη νέα εξουσία που, σίγουρα, θα χρειασθεί τη διαχειριστική τους εμπειρία.

Βρήκαμε, λοιπόν, από πού βρίσκουν, ακόμη και σήμερα, τα δύο (πρώην) κυβερνητικά κόμματα  τους κολλητούς. Ας μην ψάχνουν στο ΣΥΡΙΖΑ και τη Χρυσή Αυγή για όσους υπονομεύουν τη Δημοκρατία. Καλύτερα να ψάξουν στο τέρας της αναξιοκρατίας που εξέθρεψε η (δική τους) κομματοκρατία και τώρα ψάχνει για τροφή σε άλλα θηριοτροφεία. Ο διορισμός ασχέτων στις ΔΕΚΟ που απόμειναν είναι τρανή απόδειξη ότι οι (ακόμη) κυβερνώντες δεν έχουν καταλάβει τι συμβαίνει. Το άλλο, όμως, ερώτημα παραμένει. Η τρόικα, δεν είναι εδώ; δεν βλέπει ή δεν την αφορά;

 

ΝΕΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΝΕΟ ΕΣΥ ΣΤΗ ΝΕΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Δεκέμβριος 11, 2012

Η νέα πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα μετά το 2008 έφερε συνταρακτικές αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία. Η χώρα έχασε το 25% του ΑΕΠ, έχει 1,5 εκ. άνεργους, 31% φτωχούς και 40% ανασφάλιστους, δηλαδή πρόβλημα προσφυγής σε υπηρεσίες υγείας,  περισσότερη αρρώστια, αναπηρία ή και πρόωρο θάνατο. Στην καλύτερη περίπτωση θα έχουμε  σταδιακή ανάκαμψη, με ορατά αποτελέσματα μετά το 2015. Στο ζοφερό αυτό τοπίο, ο δημόσιος τομέας αποκτά άλλη σημασία για την κοινωνική συνοχή και ίσως την επιβίωση του έθνους. Η ανάγκη δραστικής περικοπής δαπανών για περιστολή του δημοσιονομικού ελλείμματος δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την υγεία, ειδικά μετά το «πάρτι» 2004-2009. Όμως, οι χειρισμοί, μαζί με την Τρόικα, κινδυνεύουν να δημιουργήσουν πρόβλημα με μακροχρόνιες επιπτώσεις. Όσοι ανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις, δεν επέλεξαν να «υπερασπισθούν» το δημόσιο σύστημα Υγείας, ίσως και λόγω έλλειψης «σωστών αριθμών». Αν είχαμε το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας του ΟΟΣΑ και της EUROSTAT, θα βλέπαμε ευκρινώς την τεράστια μείωση κρατικής δαπάνης που δεν δικαιολογείται, σε οξεία φάση ύφεσης, σε χώρα που χρηματοδοτεί την περίθαλψη κυρίως από κρατικούς πόρους,  ούτε χρειάζεται, όταν υπάρχουν περιθώρια περικοπών άλλων δαπανών όπως η φαρμακευτική.  Η διαπραγμάτευση, με τα σωστά στοιχεία, που τώρα είναι διαθέσιμα, μπορεί να αντιπροτείνει ένα νέο ΕΣΥ με συνολική εθνική δαπάνη 9% του ΑΕΠ και δημόσια δαπάνη 6%, όπως έχουμε δεσμευθεί. Δυστυχώς, η κυβέρνηση, αντί για αυτό, συνεχίζει τον οικονομικό στραγγαλισμό του ΕΣΥ.  Με το άρθρο αυτό θέλω να προτείνω μία εναλλακτική λύση.

Το νέο ΕΣΥ πρέπει να πάψει να είναι εστία διαφθοράς, προσοδοθηρίας και κομματικής εκμετάλλευσης. Να περιέχει «μηνύματα» για σωστή κατανομή πόρων (όχι γιατρούς, αλλά νοσηλευτές) και να γίνει πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό. Πρέπει να δίνει έμφαση στην πρόληψη,  την αποκατάσταση και τη  μακροχρόνια φροντίδα, με ενίσχυση της Δημόσιας Υγείας, της ΠΦΥ, της επείγουσας φροντίδας και την αναδιοργάνωση της νοσοκομειακής. Τέλος, να γίνει πραγματικά «Εθνικό» με  ένταξη του ιδιωτικού τομέα στο σχεδιασμό. Ως προς την οικονομική αρχιτεκτονική, το ΕΣΥ πρέπει να μην επιβαρύνει τον πολίτη και την οικογένεια, να κάνει την παραοικονομία ασύμφορη και δύσκολη, να ελαχιστοποιεί την οικονομική συναλλαγή, και να λειτουργεί ως μηχανή αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης.  Να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του πολίτη, ανεξάρτητα από το εισόδημά του και την εργασία του. Να υπάρχει για τον  πολίτη και όχι για τον εργαζόμενο στις υπηρεσίες υγείας, το κόμμα ή την κυβέρνηση.

Η οικονομική πραγματικότητα του ΕΣΥ σήμερα έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, υπερβάλλουσα προσφορά στον ιδιωτικό τομέα, όπου η κρίση μειώνει τη ζήτηση, επιχειρήσεις κλείνουν και σοβαρές επενδύσεις κινδυνεύουν με απαξίωση. Δεύτερον,  υπερβάλλουσα ζήτηση στο δημόσιο που  αδυνατεί να αντεπεξέλθει, ενώ κινδυνεύει με τεχνολογική απαξίωση.  Υπάρχει τεράστια επιβάρυνση της οικογένειας με άτυπες πληρωμές, ενώ παραμένει ασαφής η σχέση δημόσιου – ιδιωτικού τομέα τόσο στην προσφορά υπηρεσιών όσο και στη διαχείριση της ζήτησης (ασφάλιση). Αυτό επιβάλλει μία νέα οικονομική αρχιτεκτονική, όπου ο ασθενής πληρώνει για υπηρεσίες και όχι για ασφάλιση, ανάλογα με το εισόδημα. Έως ένα όριο (π.χ. όριο φτώχειας) η φροντίδα υγείας είναι δωρεάν,. Πάνω από το όριο αυτό, υπάρχει κλιμακωτή επιβάρυνση που πληρώνεται μέσω φορολογίας και ο ασθενής απαλλάσσεται  από τη δοσοληψία με το γιατρό ή το νοσοκομείο. Οι ιδιώτες πάροχοι πληρώνονται μέσω ΕΟΠΥΥ και οι δημόσιοι λειτουργοί με μισθό. Τα ΚΕΝ, αφού ξανασχεδιασθούν, λειτουργούν ως βάση πληρωμής για τη νοσοκομειακή περίθαλψη, δημόσια και ιδιωτική, με ανακοστολόγηση πράξεων και αμοιβών στην ΠΦΥ.

Προϋποθέσεις για τη νέα οικονομική αρχιτεκτονική του ΕΣΥ είναι η αλλαγή της συνολικής οικονομικής διαχείρισης  στη χώρα και η δημιουργία ενός  προοδευτικού φορολογικού συστήματος (άλλωστε, αν αυτό δεν γίνει, η χώρα θα «κλείσει» έτσι και αλλιώς). Αυτό θα επιτρέψει σύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων Υγείας με το Τaxis-net, την ηλεκτρονική χρεωστική κάρτα με ένα αριθμό (ΑΜΚΑ+) για κάθε πολίτη, Vouchers για τους  παρόχους υγείας και σύνδεση ΕΟΠΥΥ και Εφορίας για άμεση καταχώρηση οικονομικών συναλλαγών παρόχων και καταναλωτών υπηρεσιών. Υπάρχουν και άλλες προϋποθέσεις , για τις οποίες έχω γράψει επανειλημμένα. Η κυριότερη είναι η Εθνική Ασφάλιση Υγείας, ανεξάρτητα από καθεστώς εργασίας, με ένα ικανοποιητικό «εθνικό πακέτο» και συμπληρωματική ιδιωτική ασφάλιση. Αυτό συνοδεύεται από  κατάργηση των  κλάδων υγείας των  ταμείων και εισφορών υγείας με προφανή οφέλη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η πρόταση αξίζει να προσεχθεί περισσότερο.

Μία χώρα με 30% ανεργία είναι ανήθικο να ισχυρίζεται ότι υπάρχει «ασφάλιση» υγείας που στηρίζεται σε εισφορές εργοδότη-εργαζομένου. Με 40% εισφοροδιαφυγή, το σύστημα είναι αναποτελεσματικό ως προστασία της υγείας. Οι πρόσφατες εξαγγελίες «δημοσίων σχέσεων» με ετήσιες «κάρτες ασφάλισης» για 1.500 συμπολίτες μας που «έχασαν» την ασφάλιση λόγω ανεργίας ή χρεοκοπίας αποδεικνύουν πόσο μικρονοϊκή είναι η επίσημη «μη αντίδραση» σε ένα τρομακτικό κοινωνικό πρόβλημα. Ο δε ισχυρισμός ότι «τα φορολογικά έσοδα δεν επαρκούν»,  είναι αντίδραση ανθρώπων που αρνούνται να σκεφθούν. Πρώτον, διεθνώς, οι ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται φόροι. Στην Ελλάδα απλώς δεν εισπράττονται και επιβαρύνουν μόνο την εργασία, που  τα τελευταία τριάντα χρόνια χάνει συνεχώς μερίδιο σε σχέση με το κεφάλαιο (κέρδη, τόκοι, νοίκια).  Δεύτερον, η φορολογία εισοδήματος στην Ελλάδα, λόγω φοροδιαφυγής, αποφέρει χαμηλά έσοδα. Είμαστε  από τις λίγες χώρες της ΕΕ, όπου το  2011, τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης προήλθαν κατά λιγότερο από 50% από φόρους εισοδήματος και πολύ περισσότερο από κοινωνικές εισφορές και ΦΠΑ που επιβαρύνουν τα λαϊκά στρώματα.

Η νέα οικονομική αρχιτεκτονική συνοδεύει μία νέα αρχιτεκτονική παροχής υπηρεσιών: Συγχωνεύσεις νοσοκομείων και αναδιοργάνωση σε ομάδες στις αστικές περιοχές. Η εισαγωγή γίνεται μόνο μέσω ΠΦΥ στα μη επείγοντα ή μέσω ΤΕΠ στα επείγοντα. Ο γιατρός της ΠΦΥ αναλαμβάνει την εισαγωγή, την παρακολούθηση μετά το εξιτήριο και τηρεί το φάκελο του πολίτη. Καθιερώνεται η διασύνδεση ΠΦΥ με νοσοκομεία μέσω ΕΟΠΥΥ. Επείγουσα περίθαλψη μόνο σε ΤΕΠ (24/7). Η προσφυγή στο ΤΕΠ δεν οδηγεί απαραίτητα σε εισαγωγή στο νοσοκομείο που στεγάζει το ΤΕΠ, αλλά σε νοσοκομείο της Ομάδας. Δεν αποφασίζει ο νοσοκομειακός γιατρός για την εισαγωγή που παύει να είναι αντικείμενο χρηματισμού. Άλλες απαραίτητες μεταρρυθμιστικές κινήσεις είναι η κατάργηση της  πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στα δημόσια νοσοκομεία, ο ανασχεδιασμός υποδομών και εξοπλισμού σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, η αξιοποίηση μέσω ΣΔΙΤ εκτάσεων και κτιρίων για υπηρεσίες αποκατάστασης και μακροχρόνιας φροντίδας, η συνεργασία με την Ιδιωτική Ασφάλιση για εισαγωγή εργαλείων διαχείρισης ασθενών και φαρμάκων και τα ΣΔΙΤ με τον ιδιωτικό τομέα για Τουρισμό Υγείας.  Όλα αυτά, αποτελούν  ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που η σημερινή κρίση μας προτείνει ως ευκαιρία. Ας τολμήσουμε.

ΜΙΑ ΑΥΤΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δεκέμβριος 8, 2012

«Διέκοψαν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του ΕΜΠ», ο πρωτοσέλιδος τίτλος. «Ομάδα ταραξιών φοιτητών κατέλαβε το κέντρο Δικτύου», ο υπότιτλος. Στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, λίγες μέρες μετά την 39η επέτειο της κατάληψης από τους φοιτητές με αίτημα τη Δημοκρατία και με τίμημα τη ζωή κάποιων και τις συλλήψεις άλλων, οι σημερινοί φοιτητές, που «κατέλαβαν» το κέντρο του ηλεκτρονικού υπολογιστή για να περιορίσουν τη δημοκρατική έκφραση γνώμης των καθηγητών, μένουν ατιμώρητοι.

Θλιβερή αντίστιξη που μόνο θλίψη προκαλεί. Οι συνδικαλιστές στους ΟΤΑ καταλαμβάνουν τα κτίρια διοίκησης στους δήμους και μένουν απλήρωτοι όλοι οι συνάδελφοί τους, οι δικαστές κατεβαίνουν από την έδρα ή παίρνουν αποφάσεις που βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, σαράντα δισ. ευρώ φύγανε για τις ελβετικές τράπεζες με το «καλημέρα» της κρίσης, κόμμα της Βουλής που διεκδικεί την εξουσία ζητά συμμετοχή σε συλλαλητήριο μιας νεολαίας με αίτημα την? κατάλυση του κράτους. Τι συμβαίνει ξαφνικά;;; Βγάζουμε τα μάτια μας μόνοι μας;;;

Σε μία εβδομάδα ακριβώς, υπάρχει βάσιμη ελπίδα ότι θα πάρουμε μια ανάσα δεκάδων δισ. για να κλείσουμε τρύπες και να ξεκινήσουμε μία νέα πορεία.

Μέχρι τότε πρέπει να έχουν γίνει πολλά, με κύριο το φορολογικό. Αντί για την εικόνα, όμως, μίας κοινωνίας που διαισθάνεται το διακύβευμα, μοιάζουμε με κοινωνία αυτιστική που έχασε την επαφή με την πραγματικότητα.

«Ο Αυτισμός είναι η σοβαρότερη μορφή των Διαταραχών Επικοινωνίας, που αποκλείει το άτομο από το περιβάλλον του και το καθιστά ?κωφό? και ?τυφλό? στα γύρω του ερεθίσματα, ανήκει δε στις βαρύτατες διαταραχές της εξέλιξης».

Ο ορισμός του αυτισμού περιγράφει θαυμάσια την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει μεγάλο τμήμα της κοινωνίας και πολλά κόμματα σήμερα. Ο καθένας καταλαμβάνει, αποκλείει, διαδηλώνει, απειλεί και υβρίζει ανάλογα με το αίτημά του. Η αίσθηση του «κοινού συμφέροντος» εξέλιπε. Ολοι εναντίον όλων. Η κυβέρνηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια παρένθεση της καθημερινότητας, όταν οι αποφάσεις της ανατρέπονται εύκολα από τα δικαστήρια και τους κάθε λογής καταληψίες. Ετσι, όμως, σύντομα η χώρα η ίδια θα μεταβληθεί σε μια παρένθεση της Ιστορίας.

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Δεκέμβριος 6, 2012

Όταν σκεπτόμαστε ή μιλούμε για την Κρίση, η συνήθης αναφορά είναι σε σχέση με το επίπεδο ζωής που «χάσαμε» το 2008. Ενδόμυχη επιθυμία και στόχος η επάνοδος στον κόσμο που φτιάξαμε με τα ψέματα όλων των ηγετών και όχι μόνο των πολιτικών. Όταν σκεφτόμαστε τη σημερινή κατάσταση, με απώλεια  του ΑΕΠ 25%, συρρίκνωση αποδοχών και συντάξεων 30% και ανεργία 23%, η επιβίωση δείχνει ζήτημα δεικτών, εξόχως οικονομικό. Μακάρι να ήταν. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ είναι ευκολότερη από την αύξηση της συνολικής ευημερίας που συνεπάγεται αλλαγή της κοινωνίας. Αντί για το χαμένο παράδεισο, λοιπόν, στόχος είναι η επιβίωση όχι μόνον ατόμων και οικογενειών αλλά της κοινωνίας. Επιβίωση είναι η διάσωση βασικών χαρακτηριστικών και κατακτήσεων , που σηματοδοτούν την κοινωνία του 21ου  αιώνα,  και κινδυνεύουν λόγω της κρίσης. Αυτές είναι η δέσμευση για ελευθερία και αυτοδιάθεση, η πίστη στη δημοκρατία, ο σεβασμός στον «άλλο» και στα ανθρώπινα δικαιώματα, το αδιαπραγμάτευτο της αξίας της ζωής και το αυτονόητο της υπακοής στο νόμο. Η επιβίωση, με την έννοια αυτή, δεν είναι θέμα οικονομικό, αλλά πολιτισμικό και ηθικό. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο με οικονομική κατάρρευση, αλλά με πολιτισμική οπισθοχώρηση και ηθική υποβάθμιση. Η Ελλάδα σήμερα είναι μία πολύ πιο «εχθρική» χώρα για όσους κατοικούν εδώ, Έλληνες και ξένους. Ο κίνδυνος είναι η συνεχής υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής, η διάψευση προσδοκιών και η μαζική μετανάστευση.  Οι κίνδυνοι αυτοί αφορούν πολύ πιο σοβαρά και μακροχρόνια προβλήματα από την ύφεση.

Για να γίνει το χρέος βιώσιμο πρέπει να αυξηθεί ο παρονομαστής και μάλιστα πολύ. Αυτό χρειάζεται παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, για υποκατάσταση εισαγωγών και εξαγωγές,  δηλαδή ανάπτυξη με ποσοστά … Κίνας για τουλάχιστον 10 χρόνια. Ετούτο το ευλογημένο κομμάτι της Γής, έχει δυνατότητες που δεν έχουν  χώρες με προβλήματα, όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Η Γεωργία, ο Τουρισμός, η Ναυτιλία, η γεωγραφική θέση, οι φυσικοί πόροι, η ενέργεια, είναι πλεονεκτήματα ανεκμετάλλευτα. Η αξιοποίησή τους, όμως, έχει τρεις βασικές προϋποθέσεις. Σκληρή και συλλογική προσπάθεια, πολλές και μεγάλες επενδύσεις και ριζική αλλαγή του πολιτισμικού, πολιτικού και ηθικού μας υποδείγματος . Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή έχει τρωθεί η ίδια η «μήτρα» της κοινωνίας μας. Η επιβίωση, συνεπώς, εξαρτάται από την απάντηση σε επτά θανάσιμες απειλές.

Δημοκρατία: Ακραία κόμματα φαιοκόκκινης απόχρωσης δημιουργούν δικό τους … δίκαιο, με διείσδυση στην Αστυνομία, στο κοινό έγκλημα και στις τάξεις των «απελπισμένων».

Θεσμοί: Το Πολιτικό Σύστημα, η Βουλή, ο Συνδικαλισμός, η Αστυνομία, τα Δικαστήρια,  η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η Δημόσια Διοίκηση, όλα είναι στο χαμηλότερο σημείο κοινωνικής αποδοχής και αξιοπιστίας.

Δικαιοσύνη: Φοροφυγάδες, μικροί και μεγάλοι απατεώνες δεν διώκονται, ή δεν καταδικάζονται τελεσίδικα ακόμη και όταν διαπιστώνεται παραβατικότητα. Η αρνησιδικία υπονομεύει και τη λειτουργία της οικονομίας.

Κοινωνική δικαιοσύνη : Η καθιέρωση μόνιμου και προοδευτικού φορολογικού συστήματος και η εφαρμογή δίκαιων  εισπρακτικών κανόνων είναι η λυδία λίθος της επιβίωσης της χώρας. Μόνο έτσι η άνοδος του ΑΕΠ θα σημαίνει άνοδο στην ευημερία της κοινωνίας

Κοινωνικό Κράτος και Κοινωνική Συνοχή Η εξάρτηση κοινωνικών παροχών από το εργασιακό καθεστώς, ιδιαίτερα στην Ασφάλιση Υγείας, δημιουργεί στρατιές ανέργων, και ανασφάλιστων. Οι Υπουργοί Υγείας του ΟΟΣΑ, το 2010 αποφάσισαν ότι η κρίση επιβάλλει πρόσθετη  χρηματοδότηση από το Κράτος για να μην δημιουργηθεί ένα βουνό νοσηρότητας και θνησιμότητας στις επόμενες δεκαετίες.

Παιδεία: Η δημόσια εκπαίδευση και, ιδίως, το δημόσιο  Πανεπιστήμιο έχουν απαξιωθεί σοβαρά. Η κρίση επιβάλλει ενίσχυση του δημόσιου τομέα, με ταυτόχρονη απελευθέρωση του Ιδιωτικού.

Το Ηθικό οικονομικό  υπόδειγμα: Καινοτομία, επένδυση, παραγωγή, εξαγωγές και δουλειές απαιτούν ελευθερία του επιχειρείν και θεσμικό και νομικό περιβάλλον που δεν διώκει την επιχειρηματικότητα και τον επιχειρηματία. Σε αυτό στοχεύουν οι φιλελεύθεροι και η σύγχρονη αριστερά ως ιδεολογικό και πολιτικό αντίβαρο, με κοινό τόπο πάντα το συμφέρον της χώρας. Η Ελληνική  οικονομία σήμερα δεν χρειάζεται άλλο ένα Μαρξιστικό «πείραμα», αλλά δημοκρατική σύνθεση απόψεων με στόχο παραγωγή πρώτα και δίκαιη κατανομή μετά. Μία κρατικιστική Ελλάδα δεν μπορεί, πλέον, ούτε καν να επαιτεί

Αυτή η Ελλάδα, με αξιόπιστες απαντήσεις στις παραπάνω επτά θανάσιμες απειλές,  μπορεί να αξιώσει και όχι να επαιτεί τη βοήθεια της Ευρώπης. Έτσι θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και όχι την καλοσύνη των ξένων.