Archive for Νοέμβριος 2012

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑΣ

Νοέμβριος 21, 2012

Εδώ και καιρό η διακυβέρνηση της χώρας έχει αντικατασταθεί από την παρατεταμένη αλλά απέλπιδα προσπάθεια διαχείρισης κρίσης. Αποτελεί πρόβλημα, όμως, ότι δεν έχει ορισθεί σαφώς το ακριβές περιεχόμενο της κρίσης. Είναι κρίση δημόσιου, ιδιωτικού ή εξωτερικού χρέους, κρίση ρευστότητας, χαμηλής παραγωγικότητας, ανεπαρκούς ζήτησης, μερικά ή όλα από τα παραπάνω; Ποιο είναι πιο απειλητικό και πού πρέπει να στραφεί η εθνική προσπάθεια; Ο ασαφής προσδιορισμός του και η μη αντιμετώπιση του προβλήματος έχει ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή ενημέρωση και, συνεπώς, την απροθυμία ανοχής ή και συστράτευσης του κόσμου σε προσπάθειες και μέτρα, τη σκοπιμότητα των οποίων αγνοεί ή δεν καταλαβαίνει. Αυτό τρέφει τον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης και διαβρώνει την απαραίτητη πολιτική συναίνεση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ταυτόχρονα, ο καιροσκοπισμός ανεπαρκών και ιδιοτελών πολιτικών κατακερματίζει το ήδη αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα και δίνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα μεταβάλλεται, αν δεν είναι ήδη, σε ένα Failed State. Τρανταχτό παράδειγμα όσα προηγήθηκαν και όσα διαδραματίσθηκαν την αποφράδα νύχτα της 7ης Νοεμβρίου στη Βουλή.

Η χώρα, πράγματι, δεν κυβερνάται, με σκοπό την αντιμετώπιση όσων ιστορικά ευθύνονται για την κρίση. Επί τρία χρόνια, κυβερνήσεις διαφόρων αποχρώσεων και συνθέσεων απέφυγαν να αλλάξουν δομές, συμπεριφορές και θεσμούς. Το μόνο που έκαναν ήταν να εξευτελίζουν τη χώρα ζητώντας συνεχείς παρατάσεις στην εκπλήρωση υποχρεώσεων και αυξάνοντας το χρέος χωρίς να αγγίζουν τις πηγές των ελλειμμάτων. Αντί να απολύσουν άχρηστους, ανίκανους και ανέντιμους, έκοψαν μισθούς χρήσιμων, ικανών και εντίμων. Αντί να κλείσουν μερικά άχρηστα νοσοκομεία, τα στραγγάλισαν όλα. Αντί να πιάσουν τη φοροδιαφυγή, έκρυψαν φοροφυγάδες. Αντί να στείλουν στον εισαγγελέα όσους διαλύουν πανεπιστήμια, κλείνουν λιμάνια και σταματούν έργα, τους προστάτευσαν. Ολα, επειδή φοβόντουσαν το πολιτικό κόστος. Τώρα που η χώρα «σταμάτησε» και η ανεργία γιγαντώθηκε, να δούμε ποιος θα χρεωθεί το κόστος της χρεοκοπίας. Τώρα θα φανεί ότι το πραγματικό κόστος είναι αυτό της αδράνειας. Μας πήρε δέκα χρόνια να παραδεχτούμε ότι ο Τ. Γιαννίτσης είχε δίκιο. Οταν καταλάβουμε ότι η αδράνεια του 2009-2012 βούλιαξε τη χώρα, θα είναι αργά.

Ποιοι σταμάτησαν τις απαραίτητες αλλαγές, ποιοι αντέδρασαν στα τελευταία «Μέτρα» και ποιοι θα ευθύνονται για τη διαφαινόμενη χρεοκοπία; Διακρίνω δύο κατηγορίες (εξαιρούνται τα δύο ακραία κόμματα λόγω… ακαταλόγιστου). Πρώτον τους «τρελαμένους» ΣΥΡΙΖΑ και ΑNΕΛ και, δεύτερον, τα «ορφανά» της παλιάς εξουσίας, κυρίως του ΠΑΣΟΚ αλλά και της Ν.Δ., που διεγράφησαν ή μεταπήδησαν στους πρώτους. Αυτοί ποιο πολιτικό κόστος ήθελαν να αποφύγουν, ποια κεκτημένα θέλουν να διατηρήσουν με την αντίδρασή τους στα «μέτρα»; Για ορισμένους, όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης, η αντίδραση παίρνει μία εξοργιστικά καιροσκοπική μορφή. Αφού βρήκε πολιτική στέγη για τα προς το ζην και αναγνωστικό κοινό στο… ρωμαλέο ΠΑΣΟΚ του 2000, σαλπάρει τώρα προς το κακέκτυπο του ΣΥΡΙΖΑ. Για άλλους, λιγότερο προικισμένους, στόχος είναι η διατήρηση κάποιας θέσης, μισθού ή δουλειάς για το παιδί.

Οι υπόλοιποι, όμως, οι πολλοί, θα υποχρεωθούν τώρα να μας εξηγήσουν γιατί έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία; Οταν οι δημόσιοι υπάλληλοι πάρουν μειωμένο μισθό τον Δεκέμβριο ποιος θα φταίει για την καθυστέρηση της δόσης; Ή μήπως πιστεύουν ότι «οι ξένοι» είναι ηλίθιοι και ότι θα αρχίσει να βρέχει ευρώ επειδή 153 βουλευτές άντεξαν; Και τον Προϋπολογισμό θα περιμένουν και τις διαρθρωτικές αλλαγές να ψηφισθούν και, κυρίως, να εφαρμοσθούν πολλά άλλα, πριν ανοίξουν την κάνουλα για οτιδήποτε άλλο εκτός από τις δόσεις των δανείων. Μετά την τριετή εμπειρία αναβολών, αναστολών, καθυστερήσεων, απεργιών και καταστροφών, φαντάζεται κανείς ότι έχουν εμπιστοσύνη στους Ελληνες πολιτικούς; Αχώνευτος μπορεί να είναι ο κ. Σόιμπλε, αλλά έχει δείκτη ευφυΐας σίγουρα πάνω από του κ. Καμμένου και του κ. Λαφαζάνη. Και αν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι καλύτερα να παράγουμε αντί να απεργούμε, το Μετρό να έχει έσοδα αντί να πληρώνει απεργούς-μαϊμούδες, οι δικαστές να δικάζουν φοροφυγάδες, η ΔΗΜΑΡ να ενδιαφερθεί για τους ανέργους και όχι για τους εργαζόμενους «πελάτες», όταν, τελικά, αρχίσουμε να μοιάζουμε με «κανονική» χώρα, θα έρθει και η… δόση ως ανταμοιβή. Μέχρι τότε, όποιος αντέξει, και όπως… ψήφισε.

ΤΩΡΑ ΟΛΑ ΣΕ ΕΜΑΣ: ΔΥΣΤΥΧΩΣ…

Νοέμβριος 18, 2012

Μετά από τρία χρόνια βομβαρδισμού με ειδήσεις, αναλύσεις, ψέματα και αλήθειες, διλήμματα, απειλές και φρούδες ελπίδες, πολύς κόσμος έχει συνειδητοποιήσει, ο καθένας με τον τρόπο του, ότι η βοήθεια απ’ έξω είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη σωτηρία της χώρας. Οι «δόσεις», όπως και στα εξαρτημένα άτομα, φέρνουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά οξύνουν το πρόβλημα και οδηγούν στο θάνατο. Τρία χρόνια τώρα, οι πολιτικές ηγεσίες απέτυχαν να μας ενημερώσουν σωστά και να μας κινητοποιήσουν. Έτσι, ο λαός μας σήμερα είναι έρμαιο λαϊκίστικων και ανεύθυνων δημαγωγών, αλλά και ανθρώπων του κοινού ποινικού δικαίου που εκμεταλλεύονται τα αισθήματα φόβου, απελπισίας και οργής που ξυπνούν τα χειρότερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης.

Για να γίνει το χρέος βιώσιμο, η αναγκαία συνθήκη είναι να αυξηθεί ο παρονομαστής και μάλιστα πολύ. Για να αυξηθεί το ΑΕΠ, χρειάζεται παραγωγή, πολλή παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Η παραγωγή αυτή πρέπει να υποκαταστήσει εισαγωγές και να εξαχθεί. Αυτό σημαίνει πολύ γρήγορη ανάπτυξη που πρέπει να φτάσει ποσοστά …Κίνας, για τουλάχιστον 10 χρόνια. Σε τούτο το ευλογημένο κομμάτι της Γής, αυτό μπορεί να γίνει, αλλά μόνο υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Έχουμε δυνατότητες που δεν έχουν άλλες χώρες που τώρα είναι σε δύσκολη, αλλά καλύτερη από εμάς θέση, όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Η γεωργία, ο τουρισμός, η ναυτιλία, η γεωγραφική μας θέση, οι ανθρώπινοι και φυσικοί μας πόροι και, ίσως, η ενέργεια, είναι πλεονεκτήματα που δεν έχουμε καν ακουμπήσει. Η αξιοποίησή τους όμως χρειάζεται δύο πολύ βασικές προϋποθέσεις. Πολύ σκληρή και συλλογική προσπάθεια και πολλές και μεγάλες επενδύσεις.

Η προσπάθεια εξαρτάται μόνο από εμάς. Τρία χρόνια τώρα αρνηθήκαμε να κάνουμε όσα μπορούσαμε. Να αλλάξουμε την κοινωνία, την οικονομία, τους θεσμούς και τις συνήθειες που μας έφεραν, πάλι, στο γκρεμό. Ακόμη και τώρα, κάποιοι διεκδικούν να κυβερνήσουν υποσχόμενοι να τα «αλλάξουν όλα», να μας γυρίσουν πίσω με «ένα νόμο ενός άρθρου». Αν πιστέψουμε ότι οι θυσίες πήγαν χαμένες, τώρα, μάλιστα, που κοντεύουμε να εξαλείψουμε τα πρωτογενή ελλείμματα, αλλά μόνο με ύφεση, όχι με παραγωγή, αν επιλέξουμε επιστροφή στα παλιά, η χώρα θα εξαερωθεί σε λίγες μέρες. Η θεραπεία λαοπλάνων και λαϊκιστών δεν θα προλάβει καν να δοκιμαστεί, γιατί τα πτώματα δεν αντιδρούν ούτε στα θαύματα, αν δεχθούμε ότι υπάρχουν. Και δεν θέλω να σκεφθώ τι θα γίνει αν το «νταηλίκι» για μονομερή διαγραφή χρεών, γίνει δημοκρατική πολιτική επιλογή.

Συνεπώς, αν εμείς το θελήσουμε, είναι στο χέρι μας να σωθούμε. Η συνειδητή μας προσπάθεια να διεκδικήσουμε αυτό που μας αξίζει, σημαίνει αυτοκριτική ηγετών και πολιτών, διάθεση για απαλλαγή από καταστρεπτικά στερεότυπα και το περίφημο ελληνικό φιλότιμο. Η γενιά της Μεταπολίτευσης δεν πρέπει να συμβιβασθεί με την κατηγορία ότι κατέστρεψε τη χώρα καλοπερνώντας με δανεικά και έστειλε το λογαριασμό στα παιδιά της. Ακόμη και αυτό, όμως, δεν φτάνει .Είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη. Το μέγεθος του χρέους μας είναι τόσο θηριώδες, που καμιά θαυματουργή μεταβολή μας σε τέρατα παραγωγικότητας, ακόμη και αν μπορούσε να γίνει με μαγικό ραβδί, δεν μπορεί να το μειώσει. Χρειαζόμαστε κεφάλαια για τις πολλές και μεγάλες επενδύσεις που θα δώσουν τους πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επειδή τα λεφτά που φυγαδεύσαμε, ακόμη και αν έρχονταν πίσω, δεν φτάνουν, χρειάζεται η βοήθεια φίλων και εταίρων. Πρώτον για μείωση τόκων και επιμήκυνση και δεύτερον -και το κυριότερο- για ουσιαστικές, μεγάλες επενδύσεις. Η ανάδειξη και εκμετάλλευση των δυνατοτήτων μας, μπορεί να γίνει μόνο όπως γίνεται παντού, με ξένες άμεσες επενδύσεις σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα γίνει ευρωπαϊκή και παγκόσμια υπόθεση, όπως ήταν και η χρεοκοπία μας, τα τελευταία τρία χρόνια. Γι’ αυτό πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και όχι την καλοσύνη των ξένων.

Η δόση αυτή, που ελπίζω να αποδειχθεί η τελευταία που δίνεται κάτω από τις τραγικά εκβιαστικές συνθήκες που ζούμε, είναι η τελευταία, αλλά χρυσή ευκαιρία. Το αν θα αποδειχθεί τελευταία ή χρυσή, εξαρτάται από εμάς. Είμαι αισιόδοξος; Αντιγράφω, επί λέξει, από μία φίλη στο Facebook: «Πρωινές ειδήσεις στο Bloomberg: Παίζεται το βίντεο με τον προπηλακισμό του Γερμανού Προξένου, μετά ο δημοσιογράφος κάνει «γέφυρα» για την επόμενη είδηση που είναι η Πορτογαλία, λέγοντας «ας πάμε τώρα σε μια πιο πολιτισμένη χώρα». Τα συμπεράσματα δικά σας. Αν ο δημοσιογράφος έχει άδικο ότι αυτοί είμαστε, εξαρτάται από εμάς να το απαντήσουμε πειστικά. Αν όμως έχει δίκιο, τότε δεν αξίζει καν να σωθούμε.

QUO VADIS ΕΛΛΑΔΑ?

Νοέμβριος 13, 2012

Αν κάποιος είχε την παραμικρή αμφιβολία, τώρα πια ξέρει ποιος κάνει κουμάντο στην Ευρώπη. Με μία προσεκτικότερη ματιά, ξέρουμε όχι μόνο ότι είναι η Γερμανία, αλλά και ότι είναι μία Γερμανία πολιτικά χριστιανοδημοκρατική και οικονομικά φιλελεύθερη. Οι σοσιαλιστές χάνουν συνεχώς έδαφος και το Die Linke, στην εκλογική του επιρροή μοιάζει με ΚΚΕ, όχι με ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτήν τη Γερμανία καλούμαστε να συμπλεύσουμε, όπως έχει κάνει η υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και η Γαλλία του Ολάντ. Με αυτήν την οικονομία καλούμαστε να προσαρμοσθούμε. Αυτή η Γερμανία και αυτή η Ευρώπη θα μας δώσει, αν μας δώσει, την «τρίτη δόση». Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι πρέπει να γίνουμε Γερμανία, αλλά σίγουρα σημαίνει ότι οι απόψεις μας για την οικονομία δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντιθετικές. Η αντίληψή μας για το ρόλο του Κράτους, του ιδιωτικού τομέα και της Αγοράς, πρέπει να συγκλίνει στα πολύ βασικά με αυτήν της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, όμως, η Ελλάδα οσονούπω μεταβάλλεται σε σοσιαλιστικό κρατικό παράδεισο, όνειρο του Μαρξισμού-Λενινισμού. Η αριστερή φυλή με τις φράξιές της και τα «ορφανά» του ΠΑΣΟΚ, μετρούν δημοσκοπικά 50%. Τα δύο πρώην «μεγάλα» κόμματα, ίσως φτάνουν το 30%, αλλά δεν διαφέρουν πολύ στη σχέση τους με το Κράτος. Μένει ένα 15%, εθνικιστές πατριδολάτρες και ξενοφοβικοί ρατσιστές. Για τους φιλελεύθερους, με την όποια έννοια του όρου, είναι ζήτημα αν μένει 2-3%.

Απίστευτο και ίσως όχι αληθινό, το φαινόμενο είναι μοναδικό για ευρωπαϊκή χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα και ελεύθερες εκλογές. Οι μισοί Έλληνες φαίνονται έτοιμοι να παραδοθούν σε κάποια «σοβιετική» κομματική γραφειοκρατία, ενώ κάτι ανάλογο αποδέχονται έμμεσα και αρκετοί οπαδοί των δύο πρώην κομμάτων εξουσίας. Μία φοβισμένη (ή φοβική) κοινωνία, εναποθέτει πάλι στο Κράτος τις τύχες των παιδιών της. Πολλοί θα το απέδιδαν στην κρίση και την ανασφάλεια. Η βίαιη και απότομη απώλεια της πρόσφατης ευμάρειας, προκαλεί επιθυμία διατήρησης «κεκτημένων». Καθώς αυτό φαίνεται αδύνατο, το άτομο στρέφεται όπου έχει συνηθίσει. Στην έννοια του Κράτους – Αφέντη και στην προστασία, τις παροχές και τα ρουσφέτια. Οι Έλληνες που πιστεύουν στις δικές τους δυνάμεις, που διεκδικούν το δικαίωμα να καθορίσουν τις τύχες τους, έχουν μόνο δύο επιλογές. Να φύγουν στο εξωτερικό, ή να παλέψουν έναν αγώνα φαινομενικά χαμένο από χέρι. Οι πρόσφατες εκλογές έδειξαν μία ζαλισμένη κοινωνία να οδεύει στην καταστροφή, χωρίς στοιχειώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης. Όπως και στο παρελθόν, η Ελλάδα έδειξε να πάσχει από ανίατη ασθένεια, ένα αυτοάνοσο νόσημα που «κόλλησε» πριν από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Στα αυτοάνοσα νοσήματα, ο οργανισμός στρέφεται κατά του εαυτού του, προκαλώντας ανικανότητα και συχνά το θάνατο. Η ασθένεια από την οποία πάσχει η νεοελληνική κοινωνία, ιστορικά, είναι η «εξάρτηση από άλλους». Η ανικανότητα που αυτό προκαλεί, είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις του ατόμου και της κοινωνίας και η εξάρτηση από «κηδεμόνες» για τη διασφάλιση ατομικής ευημερίας και κοινωνικής συνοχής.

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, οι «άλλοι» ήταν οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες. Μετά τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους, κηδεμόνες ήταν οι τρείς μεγάλες δυνάμεις που μας προμήθευσαν Βασιλείς και κάποια υποτυπώδη άρχουσα τάξη. Στον 20ο αιώνα, περνάμε στην εξάρτηση από το Παλάτι και τον «ξένο παράγοντα», με εκπροσώπους τη μικρή εμπορική τάξη και την ελαφρά βιομηχανία. Μετά τον Εμφύλιο, στην άρχουσα τάξη προστίθενται οι μαυραγορίτες της Κατοχής, αφού «ξεπλύθηκαν» από τη νικήτρια Δεξιά, που διαχειρίζεται το Σχέδιο Μάρσαλ σε συνεργασία με το Παλάτι. Η περίοδος μετά τον Εμφύλιο, χωρίζεται σε δύο περιόδους. Από το 1950 μέχρι το 1974, η Δεξιά κυριαρχεί πολιτικά και εκλογικά, αλλά όχι ιδεολογικά. Αν και νικήτρια, δεν επιδιώκει ιδεολογική κυριαρχία του φιλελεύθερου προτύπου στην οικονομία, αξιοποιώντας και τη σημαντική οικονομική ανάπτυξη, έναντι του κομμουνιστικού μοντέλου που έχασε τον πόλεμο. Αντίθετα, προτίμησε να χωρίσει μία φτωχή, δυστυχισμένη και αποδεκατισμένη κοινωνία, σε «πατριώτες» και σε «μιάσματα» που διώκονται αλύπητα. Είναι τραγικό αλλά αληθινό ότι η περίοδος της Χούντας και της διεθνούς απομόνωσης, είναι η μόνη φορά που η Ελλάδα διαχειρίζεται, μόνη, τις τύχες της, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Το 1974, η Δεξιά επιχειρεί τη μεταμόρφωση σε σύγχρονο ευρωπαϊκό συντηρητικό κόμμα, χωρίς επιτυχία. Η χώρα παραμένει χωρίς εσωτερική δυναμική, κάτι που διαπίστωσε ο Κων. Καραμανλής εντάσσοντας τη χώρα, σχεδόν εκβιαστικά, για να «μάθει να κολυμπάει», στην τότε ΕΟΚ. Φαινομενικά, η κατάσταση αλλάζει με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981. Το σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», συναρπάζει και φουσκώνει τις τάξεις του, αλλά δεν θεραπεύει την εθνική μας αρρώστια. Ο Έλληνας μπορεί να «κέρδισε» την Ελλάδα, αλλά δεν κέρδισε τη μοίρα του. Πολύ πρόθυμα, σαν έτοιμος από καιρό, έσπευσε πάλι να εκχωρήσει την εξουσία, αυτή τη φορά στο Κόμμα. Η εξάρτηση από κοτζαμπάσηδες με κομματική ταυτότητα ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, αργότερα, συνεχίζεται. Τριάντα χρόνια και πέντε «πακέτα» μετά την είσοδο στην ΕΟΚ, δεν έφεραν την αυτόνομη ανάπτυξη. Ο Έλληνας ακόμη αναζητά δανεικά και προστασία οπουδήποτε αλλού, εκτός από τη δική του δημιουργική και ανεξάρτητη πορεία. Όπως στο αυτοάνοσο νόσημα, ο Έλληνας εξακολουθεί να στρέφεται κατά του εαυτού του.

Η σχέση του πρότερου ΠΑΣΟΚ με την παραγωγή, ήταν θλιβερή. Εξ’ αρχής ασχολήθηκε με τη διανομή προϊόντος και, ελλείψει παραγωγής, τη διανομή δανεικών και χρεοκοπημένων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που ο Γερ. Αρσένης δώρισε σε πράσινους τιτλούχους. Έγιναν φύλλο και φτερό εν ριπή οφθαλμού και πολλοί καλοπέρασαν με τα λείψανα. Τότε μπήκαν οι βάσεις της διαπλοκής, αναδείχθηκαν οι εθνικοί προμηθευτές και πέθανε η υγιής επιχειρηματικότητα. Ένα σατανικό πλέγμα νομικών και θεσμικών ρυθμίσεων σχημάτισε τείχος αδιαπέραστο, χωρίς κομματικά διαπιστευτήρια ή γερό λαδωτήρι. Πράσινα stop shops δημιουργούνται σε Οργανισμούς και Υπουργεία, όπου ο αφελής επενδυτής πληρώνει «διόδια». Εξοβελίσθηκε η ιδεολογία που θα στήριζε την παραγωγική μηχανή της κοινωνίας. Η έννοια του κέρδους δαιμονοποιήθηκε όσο τίποτε άλλο και η επιχειρηματικότητα έγινε συνώνυμο της κλεψιάς. Το δικαίωμα του εργαζομένου προστατεύτηκε, αλλά ξεχάσαμε ότι εργασία σημαίνει επιχειρήσεις, επενδύσεις και επιχειρηματίες. Στο όνομα διεκδικήσεων, εκδιώχθηκαν μεγάλες ξένες επιχειρήσεις. Η επιχειρηματικότητα περιορίσθηκε σε μικρομάγαζα και φασονάδικα, που εύκολα μετακόμισαν όταν το εργατικό κόστος και η κρατική βουλιμία για έσοδα και μίζες τις έπνιξαν. Κανείς δεν έκλαψε για τον επιχειρηματία που έπρεπε να «λαδώσει» για να επιβιώσει και «έκλεβε» ΦΠΑ και εισφορές. Το σκηνικό διαμορφώθηκε σε σοσιαλδημοκρατικό περιβάλλον, αλλά συνέπλευσε άνετα η συντηρητική, θεωρητικά φιλελεύθερη ΝΔ, όποτε κυβέρνησε.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ για το Μέλλον, αν υπάρξει: Για να υπάρξει διανομή, πρέπει πρώτα να υπάρξει παραγωγή. Για να υπάρξουν παραγωγή και δουλειές, σε μία ευρωπαϊκή χώρα, χρειάζεται ελευθερία του επιχειρείν και κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον. Η κοινωνία πρέπει να πάψει να θεωρεί την επιχειρηματικότητα έγκλημα και τον επιχειρηματία κλέφτη. Μόνο έτσι θα υπάρξει καινοτομία, επένδυση, δουλειές και εξαγωγές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και στην αναδιοργάνωση της παραγωγικής μηχανής στοχεύουν οι φιλελεύθεροι, αλλά και η σύγχρονη αριστερά που αποτελεί το απαραίτητο ιδεολογικό και πολιτικό αντίβαρο. Ο κοινός τόπος μεταξύ φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών, απασχολεί όλη την Ευρώπη και βρίσκεται, πάντα, στο συμφέρον της χώρας. Στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα και η οικονομία σήμερα, αυτό που έχει ανάγκη είναι η δημοκρατική σύνθεση απόψεων με στόχο την παραγωγή πρώτα και τη δίκαιη κατανομή μετά. Δεν χρειάζεται άλλο ένα Μαρξιστικό «πείραμα», αλλά ένα σύγχρονο φιλελεύθερο κόμμα. Αυτή η Ελλάδα, μπορεί να αξιώσει και όχι να επαιτεί τη βοήθεια της Ευρώπης. Μία κρατικιστική Ελλάδα, δεν μπορεί ούτε καν να επαιτεί.