Archive for Οκτώβριος 2012

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΩΣΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Οκτώβριος 30, 2012

Στο πόκερ υπάρχει μια σοφή συμβουλή «σταμάτα όσο κερδίζεις». Επίσης, είναι γνωστό ότι η μπλόφα θέλει μεγάλη τέχνη, γιατί, ενίοτε, κάποιος μπορεί να σου πει «τα βλέπω» και να έχει καρέ του άσου. Οταν φτάνεις στο «δεν ψηφίζω τα εργασιακά», κερδίζεις κάποιες αριστερές και φιλολαϊκές «μάρκες», αλλά κινδυνεύεις να τα χάσεις όλα αν φτάσεις να παίζεις τα «ρέστα σου». Είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι αυτή η χώρα θα διαλυθεί για το… επίδομα γάμου; Ή για τις αποζημιώσεις υψηλόμισθων εργαζομένων; Φυσικά όχι. Μπορεί όμως, πολύ εύκολα να φανταστεί την έκρηξη που θα προκαλέσει η αντίδραση 1,3 εκατομμυρίων μακροχρόνια ανέργων, νέων χωρίς δουλειά και άλλων απελπισμένων ψυχών. Ακόμη χειρότερα, όταν το ρίσκο περιέχει και το ενδεχόμενο να «κουραστούν» κάποιοι από τους δανειστές και να «δουν» τα πολιτικά μας «ρέστα».

Αυτά, ας τα σκεφθεί η ΔΗΜΑΡ. Οταν υπουργός της επικαλέσθηκε τις «ψυχές» που κινδυνεύουν με απόλυση, δεν σκέφτηκε τις ψυχές των ανέργων. Ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στην «Κ» το είπε ευθαρσώς. «Είναι λυπηρό να υπερασπίζονται άνθρωποι σοβαροί και προοδευτικοί τα συμφέροντα των ολίγων. Γιατί λίγοι είναι εκείνοι που θίγονται με τη νέα ρύθμιση των αποζημιώσεων». Είναι και ανήθικο και αντιδραστικό, θα συμπλήρωνα, αφού το σύνολο των «εργασιακών», έχει στόχο να κάνει την εργασία φθηνότερη, την πρόσληψη ευκολότερη και απευθύνεται στο κατ’ εξοχήν πρόβλημα της ανεργίας. Είναι τώρα το πρόβλημά μας η αποζημίωση του τραπεζικού υπαλλήλου που θα απολυθεί με τη συγχώνευση, ή το ότι δουλειές των 400 ευρώ δεν πάνε στα παιδιά μας γιατί η νομοθεσία τους κάνει ακριβότερους και μη «ελκυστικούς»;

Ο κ. Κουβέλης και σύσσωμη η ΔΗΜΑΡ επαναλαμβάνει την… καραμέλα: «Τα εργασιακά δεν αφορούν το δημοσιονομικό πρόβλημα». Μα ο κάθε πολιτικός ηγέτης θα έπρεπε να γνωρίζει ότι, σε αντίθεση με το δημοσιονομικό έλλειμμα, το πραγματικό μας πρόβλημα είναι το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών. Το δημοσιονομικό, θεωρητικά, και αν είσαι σοβαρή χώρα, το λύνεις σε 2-3 χρόνια κόβοντας σπατάλες και φορολογώντας σωστά. Αυτό που θα έχεις πετύχει, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να μην προσθέτεις άλλο στο χρέος. Αυτό, όμως, δεν θα σου δώσει αυτά που χρειάζεσαι για να επιτύχεις την πολυπόθητη «εθνική ανεξαρτησία». Θυμίζω ότι αυτός είναι ο διακηρυγμένος στόχος όλων των κομμάτων, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση. Αυτό κάνει τον στόχο ιδιαίτερα σημαντικό.

Το 2009, η Ελλάδα εισήγαγε 38 δισ. ευρώ περισσότερα από ότι εξήγαγε. Εξωτερικό έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ ήταν εκτός λογικής για σοβαρή χώρα. Σήμερα, το έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ, ή 20 δισ. ευρώ. Τόσα λείπουν για να γίνουμε «ανεξάρτητοι». Αυτά θα έλθουν μόνο από τον τουρισμό, τις εξαγωγές, και την υποκατάσταση εισαγωγών, δηλαδή από αυξημένη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Πρόσθετη παραγωγή σημαίνει νέα απασχόληση και νέες προσλήψεις. Αυτό πρέπει να το σκεφθούν σοβαρά όσοι προτείνουν να τα «σπάσουμε» για την προστασία των ήδη εργαζομένων, αγνοώντας τους ανέργους. Η κοινωνία αυτό δεν θα το συγχωρήσει, θα εκραγεί το καζάνι με τους 1.300.000 απελπισμένους και θα κυνηγήσει κάποιους, αλλά ποιους; Οσους θέλουν να εξασφαλίσουν στον άνεργο μία προσωρινή, κακοπληρωμένη, ακόμη και αβέβαιη δουλειά, ή αυτούς που αρνούνται να ανοίξουν δρόμο στην εργασία επιμένοντας σε ακόμη περισσότερη προστασία των ήδη εργαζομένων;

Εδώ τίθεται, αμείλικτα, το ερώτημα για την «κυβερνώσα αριστερά», λογικά το όνειρο γενεών αριστερών, που σήμερα διανύει τα παιδικά του βήματα με τη ΔΗΜΑΡ. Κυβερνώ, όμως, δε σημαίνει απολαμβάνω προνόμια, ή ικανοποιώ όνειρα και ίσως και μία δόση θεμιτής ματαιοδοξίας. Κυβερνώ σημαίνει σεβασμό προς τον λαό, όλο τον λαό, όχι το τμήμα που με ψήφισε, ή που σκέπτεται σαν και εμένα. Κυβερνώ σημαίνει ξεχνώ τους κομματικούς τακτικισμούς, που με έφεραν στην, μερική έστω, εξουσία και απευθύνομαι στην κοινωνία. Υπευθυνότητα, τέλος, σημαίνει ρίσκο. Ρίσκο, όμως, όπου το κέρδος είναι του λαού, όχι δικό μου. Γιατί, αν εγώ κερδίσω αλλά χάσει ο λαός, το κέρδος μου είναι χωρίς αντίκρισμα. Αυτό πρέπει να σκεφθεί η ΔΗΜΑΡ σήμερα και από εδώ και πέρα μέχρι η χώρα να σταθεί στα πόδια της. Και όταν αυτό συμβεί, τότε να πει: Ημουν και εγώ εκεί όταν σώναμε τη χώρα, όταν τολμήσαμε.

ΟΙ ΑΔΕΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Οκτώβριος 23, 2012

Ολοι καταλαβαίνουμε ότι η Υγεία είναι σε δομικό αδιέξοδο. Καθημερινά δημοσιεύματα για τον «δεν πληρώνω» ΕΟΠΥΥ, βάσανα με τα φάρμακα, εμπάργκο προμηθευτών, απεργίες, κλείσιμο επιχειρήσεων, όλα δείχνουν κατάρρευση. Αν κάποιοι λυπούνται τον κ. Στουρνάρα, κανείς δεν ζηλεύει τον υπουργό Υγείας. Και οι δύο κινούνται σε τοπίο ρημαγμένο από «βόμβες διασποράς» που εκτόξευε επί δεκαετίες το πολιτικό μας σύστημα. Ο ανασχεδιασμός της οικονομίας των 200 δισ. και της υγείας των 24 δισ., σε συνθήκες τερατώδους ύφεσης, είναι έργα τιτάνια, πολιτικά σχεδόν αδύνατα.

Το μείζον πολιτικό πρόβλημα στην Υγεία είναι η τεράστια υποχώρηση των οικονομικών μεγεθών της ζήτησης και της προσφοράς, δηλαδή του «τζίρου». Η αποσάθρωση της οικονομίας και η εξαφάνιση των εισοδημάτων ενάμισι εκατομμυρίου ενεργών μελών της κοινωνίας, δεν παράγει εισοδήματα, φόρους και εισφορές που συντηρούσαν το ΕΣΥ και έτρεφαν τον ιδιωτικό τομέα. Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης αφορά τις δημόσιες δαπάνες, τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και τις υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ (πρώην ΙΚΑ). Το αποτέλεσμα είναι η δυσλειτουργία νοσοκομείων και το έντονα πολεμικό κλίμα στις σχέσεις με τους επαγγελματίες της Yγείας στο δημόσιο σύστημα. Στον ιδιωτικό χώρο, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Μετά τη «θηριώδη» ανάπτυξη πόρων και υποδομών (γιατροί, κτίρια, τεχνολογία), ιδίως κατά τη «μοιραία» 10ετία 2000-2009 η αναιμική ζήτηση του 2012 και της επόμενης 5ετίας δεν μπορεί να συντηρήσει την υπάρχουσα υπερπροσφορά. Αναπόφευκτα είναι συμπίεση αμοιβών, μείωση θέσεων εργασίας, κλείσιμο μονάδων και αύξηση της ζήτησης σε δημόσιες υποδομές, που κάνει το πρόβλημα της υποχρηματοδότησής τους ακόμη οξύτερο. Το μόνο που μένει για την επόμενη 5ετία είναι η πολιτική διαχείριση της μετάβασης από το 10% του ΑΕΠ των 245 δισ. στο 9% των 200 δισ. του 2012, δηλαδή από 24,5 δισ. στα 18 δισ. Ποιος χάνει και πόσο από την «απώλεια» των 6,5 δισ. είναι, δυστυχώς, το άμεσο ζητούμενο της πολιτικής στην υγεία σήμερα.

Οι απώλειες εκτείνονται σε ολόκληρο το φάσμα. Γιατροί δεν προσλαμβάνονται ακόμη και όπου χρειάζονται, ούτε νοσηλεύτριες, είδος ήδη σε επικίνδυνη ανεπάρκεια. Λείπουν τα υλικά και οι προμηθευτές, ιδίως οι έντιμοι, καταστρέφονται. Το ηθικό όλων είναι καταρρακωμένο καθώς οι μόνες ενέργειες είναι στην κατεύθυνση των περικοπών και καθόλου στην ποιότητα και τη σημασία του έργου. Οι άρρωστοι χάνουν σε ποιότητα περίθαλψης, οι υγιείς πληρώνουν χωρίς αντίκρισμα, οι εργαζόμενοι χάνουν εισοδήματα και ολόκληρη η κοινωνία αισθάνεται ανασφάλεια. Στην Yγεία αυτό είναι ολέθριο και επικίνδυνο. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο υπουργός Υγείας πρέπει να διασχίσει το πεδίο μάχης με ένα όχημα, τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς πυρομαχικά και με το προσωπικό του έτοιμο για ανταρσία. Δεν μπορεί να σταματήσει, αλλά πρέπει να το διορθώσει εν κινήσει, πράγμα απίθανο. Η υγειονομική μεταρρύθμιση σε ώρα κρίσης με το σύστημα σε λειτουργία είναι διεθνώς το πιο δύσκολο εγχείρημα εφαρμοσμένης πολιτικής.

Ενα πολύτιμο δέντρο φυτεμένο σε λάθος εποχή, σε λάθος έδαφος, από αδέξιους και αδιάφορους κηπουρούς, απότιστο και αφρόντιστο, ο ΕΟΠΥΥ βγάζει ελάχιστους καρπούς που δεν φτάνουν για όλους. Συντηρείται από ανεπαρκείς ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών σε εποχή ανεργίας ρεκόρ. Η κρατική χρηματοδότηση «κόπηκε» στα… βαφτίσια, κανείς δεν ξέρει πώς και γιατί. Δεν έχει θεσμικό έλεγχο στις δαπάνες, αφού αυτές «ελέγχονται» από ανύπαρκτους μηχανισμούς στο υπ. Υγείας και το ακόμη πιο ανύπαρκτο ΚΕΣΥ. Χάρις σε αυτούς, ο κ. Λυκουρέντζος είναι υπουργός Υγείας με τους περισσότερους γιατρούς και τις περισσότερες και ακριβότερες αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες ανά 1.000 κατοίκους στις 30 (αναπτυγμένες) χώρες του ΟΟΣΑ. Μόνο ο περιορισμός της δαπάνης (και της έκθεσης στη βλαβερή ακτινοβολία) που υφίσταται ο λαός (για να πλουτίζουν κάποιοι) κατά 50% θα γέμιζε πολλές τρύπες του δημόσιου συστήματος υγείας. Πολλά δημόσια «νοσοκομεία», σαράντα κατά την άποψή μου, μπορούν να «κλείσουν» αύριο και κανείς δεν θα το καταλάβει. Ισως είναι η ώρα της «δημιουργικής καταστροφής» που πάντα φέρνει η κρίση. Οσο για τον ιδιωτικό τομέα, ας συνεργασθεί με το Δημόσιο, για νέους «τζίρους», αλλά όχι μόνο από Ελληνες φορολογούμενους και όχι… «αφορολόγητα» και στο… «εξωτερικό».

«ΚΛΕΙΔΙ» Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

Οκτώβριος 21, 2012

Η βαθιά κρίση που βιώνουμε ως κοινωνία οφείλεται στη γενικευμένη δυσπιστία των πάντων προς τους πάντες. Θεσμοί, άτομα, ηγεσίες και πολιτικές διαδικασίες έχουν απονομιμοποιηθεί και ογκώνεται η τάση προς αυτενέργεια και αυτοδικία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής ως κοινωνικό και πολιτικό περίβλημα της απογοήτευσης και της έλλειψης εμπιστοσύνης και περίπου αντικαταστάτης ενός καταρρέοντος κράτους. Καταλύτες στη διαδικασία είναι ο φόβος και η οργή που παράγει η εκτεταμένη ανεργία και φτώχεια και, για πρώτη φορά, το πολύ χαμηλό επίπεδο της Παιδείας μας.

Η διάρρηξη της εμπιστοσύνης δημιουργήθηκε σταδιακά, με πράξεις και παραλείψεις μικρών και μεγάλων εξουσιών. Από την κυβέρνηση και άλλους αιρετούς στα κόμματα, στην Αστυνομία, στα Δικαστήρια, στα Πανεπιστήμια, στους συνδικαλιστές και δημοσίους υπαλλήλους με υπογραφή, σφραγίδα και εξουσία. Το διάχυτο καθεστώς μικρής και μεγάλης αδικίας και ανομίας οφείλεται στην έλλειψη πολιτισμικής παράδοσης που τροφοδότησε τη δημιουργία και εμπέδωση θεσμών στην Ευρώπη. Τώρα, το ερώτημα είναι αν και πώς μπορούμε να φύγουμε από τον καταστροφικό κύκλο βίας, αντιβίας και διάχυτης καχυποψίας. Πώς θα αποκτήσουμε σταδιακά αυτό που ποτέ δεν είχαμε, δηλαδή εμπιστοσύνη σε θεσμούς και φορείς εξουσίας; Πώς θα τους αντιμετωπίζουμε ως συμμάχους και όχι ως εχθρούς; Πώς, εντέλει, θα μάθουμε να εμπιστευόμαστε τη δημοκρατία ως εγγυήτρια της κοινωνικής γαλήνης και ευημερίας και όχι τη Χρυσή Αυγή;

Η πρόταση απευθύνεται σε ό,τι έφερε την κοινωνία στη διάλυση, στην έλλειψη εμπιστοσύνης. Από το 1826 σειρά χαριστικών πράξεων και ενεργειών δημιούργησε μία θεσμική και νομοθετική «κουρελού» με άπειρα «παράθυρα» για λίγους. Αυτό το άδικο καθεστώς διορισμών, δικαιωμάτων, απαλλαγών από ποινές και υποχρεώσεις μπορεί να αναστραφεί μόνο με ένα στοχευμένο νομοθετικό «φλας μπακ». Ξεκινάμε από την τελευταία «πρόκληση», τα €50 στους συμβολαιογράφους. Πάμε λίγο πίσω και καταργούμε χαριστικές προσλήψεις στη Βουλή. Ακόμη πιο πίσω, βρίσκουμε τα προνόμια συνδικαλιστών, αγάμων θυγατέρων και εκλεκτών των ΔΕΚΟ (τα 700 εκατ. ευρώ του ασφαλιστικού της ΔΕΗ). Μία ή δύο γενιές πιο πίσω βρίσκουμε τους άδικους «κοινωνικούς πόρους» και τη ληστεία των αποθεματικών των ταμείων. Παντού επανορθώνουμε, νομοθετώντας αντίστροφα, με στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη.

Με κάθε βήμα κράτος, κοινωνία και πολίτες οικοδομούν σχέση εμπιστοσύνης. Οι τελευταίοι συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στη διαδικασία. Οι φοιτητές γυρίζουν στα πανεπιστήμια και οι μαθητές στα σχολεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεισφέρουν στη μείωση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς. Ολοι αποδεχόμαστε έλεγχο και αξιολόγηση.

Επανεξετάζουμε τη σχέση μας με το κράτος, την Εφορία και τους θεσμούς. Η όλη αυτή διαδικασία έχει σκοπό την εμπέδωση, σταδιακά, εμπιστοσύνης από όλο και περισσότερους πολίτες προς όλο και περισσότερους θεσμούς. Αν αυτό φαίνεται ουτοπικό, σκεφτείτε πώς αλλιώς θα αποκτήσουμε ένα σύγχρονο έθνος αντί για το σημερινό καταρρέον failed state, με τη Χρυσή Αυγή στη θέση του «εγγυητή» της… νομιμότητας και των δικαιωμάτων των πολιτών.

ΠΟΣΗ (ΠΟΙΑ) ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Οκτώβριος 19, 2012

Σε πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Πόση αριστερά θέλουμε», φίλος αγαπητός παρατήρησε: «είναι “ποια” αριστερά θέλουμε». Για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμουν ένα βιβλίο και, άλλωστε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να το γράψει. Απλοϊκά, σκέφτομαι ότι το είδος της αριστεράς που θέλουμε προϋποθέτει επιλογή ανάμεσα σε σχεδόν άπειρες εκδοχές της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού, του ρόλου του Κράτους στην οικονομία και στην πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Το «πόση αριστερά» όμως, είναι θέμα ποσοτικό που οριοθετείται από την ελευθερία του ατόμου και τη διασφάλιση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η ιδιοκτησία και η ελευθερία του λόγου. Άρα, από τη συζήτηση περί αριστεράς αποκλείονται απολυταρχικά καθεστώτα όπως η ΕΣΣΔ, η Κίνα, η Β. Κορέα και κόμματα που σήμερα αμφισβητούν την αυταξία της ελευθερίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Το επιθυμητό «μέγεθος» της αριστεράς που χρειαζόμαστε, συνεπώς, μπορούμε να το οριοθετήσουμε χρησιμοποιώντας το θέμα του δημόσιου χρέους και την πολιτική αντιμετώπισή του στις διάφορες εκδοχές της αριστεράς. Θα εξετάσουμε, με άλλα λόγια, το βαθμό στον οποίο τα κόμματα της Αριστεράς στην Ελλάδα μπορούν, βάσει ιδεολογίας και διακηρυγμένων απόψεων, να έχουν στάση συνεπή με την αποπληρωμή του χρέους και κυρίως με την αποφυγή δημιουργίας νέων ελλειμμάτων

Ίσως η ποιο αξιόπιστη συνταγή της οικονομικής επιστήμης για σταθερή ανάπτυξη, προφανώς χωρίς χρέος, είναι του Adam Smith: «ειρήνη, χαμηλοί φόροι, ανεκτή εφαρμογή των νόμων». Η προϋπόθεση της ειρήνης είναι αυτονόητη, αλλά οι άλλες δύο είναι «γεμάτες» πολιτική σημασία και η σχέση τους με την ανάπτυξη καθόλου αυτονόητη. Το ύψος των φόρων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο οι πολίτες, συνειδητά και σύμφωνα με το εκάστοτε αξιακό σύστημα της κοινωνίας, αναθέτουν στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα την παραγωγή κοινωνικών αγαθών όπως υγεία, ασφάλιση, δημόσια τάξη και άμυνα. Αν το εύρος των δημοκρατικών κατακτήσεων και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν αμφισβητείται, το ζήτημα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό. Ο Adam Smith, πατέρας της φιλελεύθερης δεξιάς οικονομικής σχολής, ήθελε χαμηλούς φόρους γιατί πίστευε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία θα κάνει τη «δουλειά» καλύτερα. Ο άρτι εκλιπών Eric Hobsbawm, συνεπής αριστερός, πίστευε το αντίθετο. Αυτές είναι  πραγματικές πολιτικές επιλογές, με επιτυχημένες εφαρμογές και στις δύο σχολές. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η λειτουργούσα δημοκρατία και η ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Η εφαρμογή των νόμων, τρίτη προϋπόθεση του Adam Smith, είναι εγγυημένη μόνο σε μία δημοκρατία, όπου κόμματα και πολιτικό σύστημα αποζητούν τη δικαίωσή τους στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Συνεπώς, είναι αδύνατο να συμπεριλάβουμε στη συζήτηση το ΚΚΕ, με δεδομένη τη δηλωθείσα «διαφωνία» του με το Σύνταγμα. Επίσης, επειδή το «χρέος» είναι έννοια οικονομική και επειδή υποθέτω ότι στην Ελλάδα η πλειοψηφία (ακόμη) υιοθετεί την οικονομική φιλοσοφία «κανονικών» χωρών, εκτός της μαρξιστικής – λενινιστικής θεώρησης, αποκλείεται η «τρελή» άποψη ότι το χρέος αντιμετωπίζεται με χρεοκοπία στη λογική τού «δεν πληρώνω τα χρέη τους». Αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος, τουλάχιστον, του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναζήτηση «αριστερής» λύσης στην αντιμετώπιση του χρέους.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι το μείζον πρόβλημα σήμερα είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που έφθασε πάλι, παρά το κούρεμα, το 160% του ΑΕΠ. Μέγεθος  πολύπλοκο στη διαμόρφωσή του και τις μεθόδους αντιμετώπισής του, (βλ. Γ. Παγουλάτος 30/9 στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), αλλά απλό στον ορισμό του. Είναι το άθροισμα λειτουργικών (ή πρωτογενών) ελλειμμάτων και κόστους εξυπηρέτησης (τόκοι – χρεολύσια). Ας υποθέσουμε ότι φέτος το ΑΕΠ είναι €100 δις και το χρέος άλλο τόσο (100% του ΑΕΠ). Σε ένα χρόνο, το ΑΕΠ θα έχει αυξηθεί με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και το χρέος ανάλογα με τα επιτόκια. Αν το ΑΕΠ αυξηθεί 5% και το (μέσο) επιτόκιο είναι 4%, μπορούμε να μειώσουμε το χρέος κατά 1% του ΑΕΠ ή  €1δις. Το χρέος, συνεπώς, αντιμετωπίζεται εύκολα με ανάπτυξη μεγαλύτερη από το επιτόκιο που πληρώνουμε στο χρέος μας.

Δεν είναι, όμως, δυστυχώς, ένα απλό θέμα αριθμητικής, αλλά  θέμα πολιτικό, δηλαδή η κοινωνική επιλογή μεταξύ δεξιάς και αριστεράς . Η παραπάνω απλή συλλογιστική, θα ίσχυε, αν συνέτρεχαν παράλληλα και μόνο τα εξής: α) το φορολογικό σύστημα να είναι απολύτως προοδευτικό, δηλαδή, στην αποπληρωμή του χρέους με φόρους να συμμετέχουν όλοι, σύμφωνα με το μερίδιο του ΑΕΠ που τους αντιστοιχεί (δίκαιη φορολογία) και β) από την αύξηση του ΑΕΠ να ωφελούνται όλοι αναλογικά με τη συνεισφορά τους. Στην Ελλάδα (όπως και στην Αμερική) από την αύξηση του ΑΕΠ (με διόγκωση του χρέους) ωφελήθηκαν κυρίως οι εύποροι, λόγω έντονης εισοδηματικής ανισότητας και χαμηλής πραγματικής φορολογίας των πλουσίων. Επειδή στην αποπληρωμή συμμετέχουν όλοι και κυρίως οι φτωχοί, η προσπάθεια συγκέντρωσης των πόρων που απαιτούνται, θα φέρει κοινωνική αναταραχή. Συνεπώς, δουλειά της πολιτικής είναι να νομοθετήσει και να εφαρμόσει φορολογικούς νόμους που υπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη και συμβάλλουν στην αποπληρωμή του χρέους. Όλα τα αριστερά κόμματα συμφωνούν σε αυτό και μάλιστα, στην Ελλάδα, συμφωνεί (στα λόγια) και η Δεξιά .

Για να δημιουργηθεί, όμως, πλούτος και φόροι που θα καλύψουν τις υποχρεώσεις, πρέπει να υπάρξει ανάπτυξη, δηλαδή επένδυση κεφαλαίου και κερδοφορία. Αν η επένδυση γίνει από δημόσια έσοδα ή/και από κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα, είναι θέμα καθαρά πολιτικό. Η Δεξιά του Adam Smith, θα φορολογήσει λίγο, δίνοντας κίνητρα και ελπίζοντας σε υπέρ- ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και πολλά έσοδα. Λόγω, όμως, περιορισμένης φορολογικής βάσης, τα έσοδα μπορεί να μη φτάσουν για τις πληρωμές του χρέους. Μία εκδοχή αριστεράς τύπου Σουηδίας, θα φορολογήσει περισσότερο για να επενδύσει και σε δημόσια αγαθά που η κοινωνία δεν «εμπιστεύεται» στον ιδιωτικό τομέα. Θα εγγυηθεί ότι η φορολογία θα είναι δίκαιη και ότι η αποπληρωμή του χρέους θα ωφελήσει όλους. Αν πείσει, χωρίς να «σκοτώσει» την παραγωγική διαδικασία, θα έχει επιτύχει μείωση του χρέους και εξασφάλιση κοινωνικής ειρήνης.

Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι οι περιπτώσεις αποτυχίας, είναι δύο. Πρώτον, η «άπληστη» δεξιά τύπου Mitt Romney, απαλλάσσει από τη φορολογία τους κερδισμένους από την αύξηση του ΑΕΠ και αυξάνει το χρέος τυπώνοντας δολάρια. Αυτό το ζήσαμε και στην Ελλάδα, με τη νόμιμη φοροαπαλλαγή των «εχόντων» και την ανοχή στην εκτεταμένη διαφθορά των φορολογικών αρχών.  Δυστυχώς, ακόμη δεν βλέπουμε μία συνετή ευρωπαϊκή δεξιά, καλό μαθητή του Adam Smith. Δεύτερη περίπτωση σίγουρης αποτυχίας, είναι η «μπρούτα» Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή δεν θα πετύχει αύξηση του ΑΕΠ, αλλά του… χρέους, αφού κανείς δεν επενδύει για να κάνει υποχρεωτικό …δώρο στο κόμμα. Και, δυστυχώς για εμάς, η Ελλάδα δεν μπορεί να τυπώσει ευρώ, παρά μόνο …δραχμές. Ιδού, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «ποια ή πόση αριστερά» θέλουμε. Όση και όποια θέλουμε, εκτός από την κομμουνιστική αριστερά.

ΑΠΟΨΗ: ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ;

Οκτώβριος 6, 2012

Περισσότεροι άνθρωποι ζουν λόγω της φαρμακευτικής θεραπείας που έλαβαν σε κάποια στιγμή της ζωής τους παρά εξαιτίας κάποιας ανθρώπινης παρέμβασης, ιατρικής ή άλλης. Το ότι ο άνθρωπος ξεπερνά με ευκολία τα 80 χρόνια ζωής, και χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, οφείλεται κυρίως στη φαρμακευτική φροντίδα, η οποία πρόσθεσε δεκαετίες στο προσδόκιμο ζωής στον αιώνα που μας πέρασε και μέχρι σήμερα.

Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι το τεράστιο κέρδος στη μείωση της θνησιμότητας το πετυχαίνει η φαρμακευτική φροντίδα με δαπάνη που ανέρχεται, στις αναπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ, μόνο στο 15% του συνόλου της δαπάνης υγείας.

Για να μην αδικήσουμε, όμως, όλους τους άλλους συντελεστές της φροντίδας υγείας, πρέπει να πούμε ότι μπορεί να ευθύνονται για το 85% του κόστους, αλλά πιστώνονται για το 100% του αποτελέσματος. Χωρίς αυτούς, το φάρμακο θα ήταν άχρηστο. Στην Ελλάδα το φάρμακο, στην «αποφράδα» χρονιά 2009, άγγιξε το 25% της συνολικής δαπάνης υγείας. Στην αγαπημένη «αγελάδα» που όλοι άρμεγαν για χρόνια, το ΙΚΑ, από το 2005 μέχρι και το 2009 η συνολική δαπάνη για νοσηλεία στο νοσοκομείο αυξήθηκε κατά 48%, για εργαστηριακές πράξεις 18%, για αξονικές-μαγνητικές 42%, για το σύνολο των υπηρεσιών 72% και για φάρμακα 110%. Στα έξι χρόνια, η συνολική δαπάνη του ΙΚΑ για την υγεία αυξήθηκε από 2,9 δισ. ευρώ σε 5 δισ. ευρώ και για το φάρμακο από 1,2 δισ. ευρώ σε 2,5 δισ. ευρώ. Σε 6 χρόνια, μόνο το ΙΚΑ ξόδεψε 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα για φάρμακα.

Εύλογα αναρωτιέται κανείς τι κέρδισε η Ελλάδα και ο Ελληνας από αυτή την «κραιπάλη», όταν, μάλιστα, όλοι σχεδόν οι δείκτες υγείας στην Ελλάδα φαίνεται να χειροτερεύουν στο διάστημα αυτό.

Ευτυχώς, τα πράγματα αλλάζουν. Από το 2010, υπάρχει σημαντική μείωση στη φαρμακευτική δαπάνη. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν μέτρα διοικητικού χαρακτήρα, όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και η έμφαση στα γενόσημα φάρμακα, ιδίως στη νοσοκομειακή περίθαλψη. Αυτό, όμως, ίσως έχει οδηγήσει τους υπευθύνους σε λάθος σκέψεις για τη διάθεση των φαρμάκων μέσω των φαρμακείων.

Η ελεύθερη επιλογή μεταξύ σκευασμάτων

Προωθείται η υποχρεωτική συνταγογράφηση από τους γιατρούς όχι με βάση την εμπορική ονομασία, δηλαδή ένα συγκεκριμένο φάρμακο, αλλά με βάση τη δραστική ουσία, δηλαδή μία ελεύθερη επιλογή μεταξύ φαρμάκων με την ίδια δραστική ουσία. Υπάρχουν ιατρικά επιχειρήματα εναντίον αυτής της επιλογής, αφού μειώνει τη δυνατότητα του γιατρού να «ταιριάξει» τη θεραπεία στις εξειδικευμένες απαιτήσεις του αρρώστου.

Ο στόχος της κυβέρνησης, όμως, φαίνεται να είναι οικονομικός. Με επιχείρημα την τεράστια αύξηση της δαπάνης που όντως συνέβη, όπως δείξαμε παραπάνω, προσπαθεί να «δώσει» φθηνότερα φάρμακα, προβάλλοντας το επιχείρημα της κατευθυνόμενης συνταγογραφίας εκ μέρους των γιατρών, κάτι που κανείς δεν μπορεί να απορρίψει.

Την ίδια στιγμή, όμως, δίνει το ίδιο δικαίωμα στον φαρμακοποιό, αφού αυτός θα επιλέγει μεταξύ πρωτοτύπων και γενοσήμων με την ίδια δραστική ουσία.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο ένας κλάδος είναι περισσότερο αξιόπιστος και ηθικός από τον άλλο, αλλά ποιον πρέπει να εμπιστεύεται ο άρρωστος. Αυτόν που έχει εξ ορισμού το «ρίσκο» της θεραπείας, δηλαδή τον γιατρό, ή τον έμπορο; Εγώ θα άφηνα τον γιατρό να κάνει τη δουλειά του και θα φρόντιζα να κάνω τη δική μου, δηλαδή παρακολούθηση του γιατρού με καλή ηλεκτρονική συνταγογράφηση, θεραπευτικά πρωτόκολλα και άλλες μεθόδους, αλλά και με την εξίσωση της ασφαλιστικής τιμής με τη νοσοκομειακή.