Archive for Αύγουστος 2012

ΤΟ «ΑΙΝΙΓΜΑ» ΣΥΡΙΖΑ

Αύγουστος 22, 2012

Καθώς το καλοκαίρι φεύγει και οι (πολλές) κρίσιμες ημερομηνίες πλησιάζουν, ένας λαός που έχει χάσει το ένα τέταρτο (!!!) του εισοδήματός του σε τρία χρόνια και βγήκε από δύο εκλογικές αναμετρήσεις με διακύβευμα και δημοσκοπική προτίμηση την «παραμονή στην Ευρώπη και το Ευρώ» αναρωτιέται: Η κυβέρνηση μας φέρνει κοντύτερα στη σωτηρία ή την καταστροφή; Η αντιπολίτευση βοηθάει ή σπρώχνει αλλού; Η Ευρώπη με θέλει ή όχι; Τελικά, τί με συμφέρει; Μέσα ή έξω; Το συμφέρον μου ταυτίζεται με το συμφέρον της χώρας; (το πραγματικά «διαβολικό» σιωπηλό ερώτημα. Όποιος έχει ξεκάθαρες απαντήσεις, παρακαλώ να … βοηθήσει, γιατί δεν ξέρω αν, με την εξαίρεση του 1922, η Ελλάδα και κάθε Έλληνας χωριστά, είχαν να απαντήσουν σε κρισιμότερα ερωτήματα. Έχουμε αντιμετωπίσει χρεοκοπίες, πολέμους και εθνικές καταστροφές, βλακωδώς μεν, αλλά χωρίς συντριπτικά καταστρεπτικές συνέπειες. Τώρα, όμως, είναι η πρώτη φορά που η συνέχιση της πορείας μας ως ανεξάρτητου έθνους είναι μεν δική μας επιλογή, αλλά για πρώτη φορά συνδέεται με την απόλυτη φτωχοποίηση του ελληνικού λαού και, ίσως, εθνική καταστροφή. Με άλλα λόγια, τώρα καλούμαστε να συνδυάσουμε μία «εθνικά υπερήφανη στάση» με την απόλυτη περιθωριοποίηση και την επιστροφή στο 1950, αλλά χωρίς τις θετικές, τότε, προοπτικές.

Σήμερα, καλούμαστε (από τον κ. Λαφαζάνη) να χρεοκοπήσουμε υπερήφανα . Είναι ποτέ δυνατόν αυτή να είναι η στάση μίας αξιωματικής αντιπολίτευσης και εν δυνάμει μελλοντικής κυβέρνησης; Στην τρίτη εβδομάδα του Αυγούστου, με το λαό ακόμη στα … μπάνια, τα σημάδια είναι προφανή. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα ο ΣΥΡΙΖΑ «κατόρθωσε» τα εξής: Κατήγγειλε «πογκρόμ» λαθρομεταναστών στην Αθήνα, τη δίωξη των φοροφυγάδων της Ύδρας και ίσως καταγγείλει παραβίαση δικαιωμάτων του φερόμενου ως δολοφόνου στη Νάουσα της Πάρου, αφού δείξανε το προσωπάκι του. Άλλωστε, ως στέλεχος τον «πυρήνων», είναι εχθρός του …κράτους Οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, αλλά, θεωρητικά μπορεί και να κυβερνήσουν. Προς το παρόν, προσπαθούν απλώς να μας μπερδέψουν, θολώνοντας τα νερά.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Φτάσαμε στο σημείο που το μόνο στο οποίο ελπίζουμε είναι να εξαφανισθούμε από το διεθνές στερέωμα για «να ησυχάσουμε»; Το ακούω όλο και πιο συχνά: «ε! ας χρεοκοπήσουμε να ησυχάσουμε». Αυτό, τελικά μας λέει και ο ΣΥΡΙΖΑ, με διάφορους τρόπους, τώρα και ανοικτά. Ξέρουν κάτι αυτοί που δεν ξέρουμε εμείς; Θεωρούν ότι αν, τελικά, αρχίσει το ξήλωμα, αυτοί θα κυριαρχήσουν πολιτικά ως οι καλύτεροι …προφήτες; Είναι ο θρίαμβος της αριστερής μετριότητας που εύχεται «να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα» γιατί δεν μπορεί να φαντασθεί κάτι καλύτερο για τον εαυτό του;. Ίσως όλα ισχύουν σε κάποιο βαθμό. Το κύριο, όμως, είναι η πολιτική «απελπισία» του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε, ξαφνικά, σε μία πολιτικά αδύνατη κατάσταση για την οποία δεν είναι ιδεολογικά εξοπλισμένος και δεν είχε προετοιμασθεί. Είναι σαν τον δρομέα που τα έδωσε όλα, έφθασε πολύ κοντά στο νήμα, αλλά τώρα, εξαντλημένος, παραπατάει και παραμιλάει. Θέλει να μας διώξουν από την Ευρωζώνη, ίσως και από την ΕΕ, αλλά δεν μπορεί να το πει. Οι παλαιοκομμουνιστικές του συνιστώσες μπορεί να έβγαλαν τον κ. Παπαδημούλη «από τα ρούχα του», αλλά εξακολουθούν να είναι κυρίαρχες. Ενώ κάνει ότι μπορεί για να δυσκολέψει τη σωτηρία, υποκρίνεται το θλιμμένο συγγενή όταν οι άλλοι μας απειλούν με έξοδο. Αν η Ελλάδα σωθεί, με όποιο τρόπο, δεν θα έχουν τίποτε να …πουλήσουν πια. Αν μας διώξουν, όμως, δεν θέλουν να τους χρεωθεί η κόλαση που θα ακολουθήσει και, άλλωστε, θεωρούν ότι τότε θα είναι καλύτερα να κυβερνάνε αυτοί παρά κάποιοι άλλοι. Η καλύτερη στάση σήμερα, συνεπώς, είναι το «εμείς τα λέμε, εσείς θα φταίτε». Αύριο, στις εκλογές της συμφοράς, πρέπει να χάσουν αυτοί που κυβερνούν σήμερα που «δεν άκουσαν και φταίγανε». Ο ΣΥΡΙΖΑ, που «ήξερε» θα είναι συνεπώς ο καλύτερος να διαχειρισθεί μία κατάσταση που δεν «είναι καταστροφή» και για την οποία, άλλωστε, είχε προειδοποιήσει.

Καλή η … προσπάθεια, με μπόλικα όνειρα θερινής νυκτός, αλλά, ευτυχώς, η κυβέρνηση φαίνεται αρκούντως αποφασισμένη και υποψιασμένη. Με λίγη τύχη, πολλή δουλειά και τη διαφαινόμενη σοφία του κόσμου μάλλον θα τα καταφέρουμε, όλοι μαζί. Και τότε θα δούμε αν ο κ. Λαφαζάνης θα έχει τη γενναιότητα να πει ότι «η σωτηρία δεν είναι καταστροφή». Προς το παρόν, μας λέει το ίδιο μόνο για τη χρεοκοπία.

Η ΥΓΕΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΑΣ

Αύγουστος 22, 2012

Τον Μάιο του 2010, οι υπουργοί Υγείας των χωρών του ΟΟΣΑ αποφάσισαν στο Παρίσι ότι σε περίοδο κρίσης ο τομέας της υγείας δεν πρέπει να «υποστεί περικοπές». Σε αντίθετη περίπτωση, το «κόστος της υγείας που θα επιδεινωθεί θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος των περικοπών».

Συμμετείχα στη σύνοδο και γνωρίζω το βάθος του προβληματισμού στις 30 πλουσιότερες χώρες. Εχω, επανειλημμένα, συνεργασθεί με την τρόικα, το 2010 και το 2011, τόσο ως προσκεκλημένος εμπειρογνώμων από το υπουργείο Οικονομίας όσο και ως μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Παρακολούθηση του Μνημονίου.

Από ό,τι γνωρίζω, το κύριο ζητούμενο στο Μνημόνιο είναι η συνολική δαπάνη υγείας να μην υπερβεί το 9% του ΑΕΠ και η δημόσια δαπάνη το 6%. Διάφοροι άλλοι επιμέρους στόχοι, όπως αυτοί που συνδέονται με τη φαρμακευτική δαπάνη, είναι δευτερεύοντες σε αυτούς τους δύο.

Σήμερα, η χώρα έχει εκπληρώσει και τους δύο αυτούς στόχους. Το γνωρίζω γιατί έχω -με τους συνεργάτες μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εμπειρογνώμονα που πρότεινε ο ΟΟΣΑ- αναλάβει σε συνεργασία και για λογαριασμό του υπουργείου Υγείας και της ΕΛΣΤΑΤ τον υπολογισμό της Εθνικής Δαπάνης Υγείας, εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία του ΟΟΣΑ, τη μόνη αποδεκτή και από τη EUROSTAT.

Προσωρινά αποτελέσματα για το 2009 και το 2010 είναι ήδη διαθέσιμα, και του 2011 θα είναι γνωστά σύντομα. Σε πολύ αδρές γραμμές, μεταξύ 2009 και 2011 η χώρα μείωσε τις δαπάνες υγείας κατά 3 δισ. ευρώ ή 1,5% του ΑΕΠ. Μονάχα η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε κατά σχεδόν 2 δισ. ευρώ. Μέσα στο 2012, αναμένονται περισσότερες εξοικονομήσεις, οι οποίες θα συνεχίσουν και στο 2013-15 με βάση δρομολογημένες διαχειριστικές μεταρρυθμίσεις.

Δυστυχώς, τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι γνωστά στον δημόσιο διάλογο, αλλά ούτε και στην κυβέρνηση με δεδομένο τον δυσλειτουργικό τρόπο με τον οποίο γίνεται η διαχείριση των δημόσιων πολιτικών, ακόμη και στο ανώτερο επίπεδο.

Ετσι, κυριαρχεί ακόμη, λογικά, το στερεότυπο περί «λίπους της υγείας», το οποίο, κατανοητά, έχει γίνει η «συμβατική αλήθεια» των ΜΜΕ και της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Αυτή η συμβατική αλήθεια θέλει ακόμη τα «πιράνχας της υγείας» σε πλήρη λειτουργία, τα νοσοκομεία «ξέφραγο αμπέλι», τους γιατρούς να κυνηγούν το «φακελάκι» και να συνταγογραφούν ασύστολα και ανεξέλεγκτα.

Η συμβατική αλήθεια, όμως, έχει έναν εχθρό. Το ότι «τα νούμερα δεν συμφωνούν». Για πολλούς και διάφορους λόγους, οι δαπάνες υγείας μειώθηκαν τόσο, που περαιτέρω μείωση είναι μη επιθυμητή και ίσως επικίνδυνη.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι η μείωση της δαπάνης υγείας που επιτεύχθηκε πρέπει να διατηρηθεί και να παγιωθεί. Για χρόνια γράφω ότι αν υπάρχει ένας τομέας που καταβαράθρωσε τα δημόσια οικονομικά για λόγους ιδιοτέλειας και πολιτικού τυχοδιωκτισμού, ιδιαίτερα την τελευταία 10ετία, είναι η υγεία.

Εχω υπολογίσει ότι τα περίπου 50 δισ. ευρώ κατά τα οποία αυξήθηκε το συνολικό δημόσιο έλλειμμα στη 10ετία 2000-2009 μπορούν να αναζητηθούν στην υγεία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε τη γραμμική ερμηνεία όταν σχεδιάζουμε δημόσιες πολιτικές. Η υγεία δεν μπορεί να σηκώσει άλλο από το βάρος της συνολικής δημοσιονομικής εξυγίανσης στη χώρα. Εχει πλέον πολύ σοβαρά δικά της προβλήματα να λύσει ακόμη.

Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι αν μπορούμε ακόμη να γλιτώσουμε χρήματα από σπατάλες και κακό σχεδιασμό στην υγεία, πρέπει να το κάνουμε. Πιστεύω ότι στα περίπου 19-20 δισ. που ξοδεύουμε σήμερα ετησίως ως κράτος, κοινωνική ασφάλιση και νοικοκυριά, μπορούμε να «κόψουμε» ένα δισ. ευρώ.

Εδώ, όμως, είναι το σημείο στο οποίο θέλω την προσοχή του οικονομικού επιτελείου. Αυτό θα γίνει γιατί πρέπει και γιατί μπορεί να γίνει. Την οικονομία, όμως, που θα επιτευχθεί, μην τη ζητήσετε, κύριε Στουρνάρα, για να καλύψετε τρύπες του ΟΣΕ, της ΔΕΗ ή των μη συνεργαζόμενων υπουργών. Αφήστε την στην υγεία, για να γεμίσει τις «τρύπες» που άφησε η κακοδιαχείριση του παρελθόντος. Η υγεία στην Ελλάδα σήμερα είναι βαθιά πληγωμένη, χειρότερη από το 2000 σε σχέση με τις σημερινές συνθήκες.

Λείπουν πολλά, όπως η επείγουσα φροντίδα, η εντατική φροντίδα, η δημόσια υγεία, η επαγγελματική διοίκηση και διαχείριση κ.λπ. Οι δείκτες υγείας χειροτερεύουν ραγδαία και μένουμε πίσω στις επιστημονικές εξελίξεις. Τις ελλείψεις αυτές θα τις πληρώσουμε κάποτε. Αν επενδύσουμε σωστά όσα εξοικονομήσουμε σήμερα με τη χρηστή διαχείριση, θα γλιτώσουμε πολύ περισσότερα στο μέλλον.

ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΚΑΙ «ΥΠΟΥΡΓΟΙ»

Αύγουστος 14, 2012

Oταν προ δύο μηνών καταλήξαμε σε κυβέρνηση τριών κομμάτων, πολλοί είχαμε ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μια, φοβόμασταν μία κυβέρνηση από τα ίδια, με υπουργούς που έβλεπαν την υπουργική καρέκλα ως επιβράβευση κομματικής προσφοράς ή κάτι που η πατρίδα τούς χρώσταγε και επιτέλους αναγνώρισε τις ιδιαίτερες ικανότητές τους. Από την άλλη, ελπίζαμε ότι κάποιοι θα την έβλεπαν ως «ηλεκτρική καρέκλα», από την οποία θα γλίτωναν μόνο αν σωνόταν και η πατρίδα από την καταστροφή. Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τύπων πολιτικού και, ενώ το πρώτο είδος αφθονεί, το δεύτερο είναι άγνωστο στον ελληνικό πολιτικό βιότοπο.

Για τους παρατηρητές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής σκηνής, ο υπουργός είναι πάντα στην… πρίζα. Τα γεγονότα τον κυνηγούν, δεν προφθαίνει, γι’ αυτό και δεν διαβάζει, ακόμη και εισηγήσεις που ζητάει, συνήθως για να ξεφορτωθεί όποιον τον ζαλίζει με τις ιδέες του. Eχει στρατό «εμπίστων» (αντικαθιστά τον στρατό του προηγούμενου), αφού οι «υπηρεσιακοί» είναι τεμπέληδες και ανίκανοι. Eχει, επίσης, μεγάλο σόι και εκλογική περιφέρεια, συνήθως αδικημένη στο παρελθόν. Κάποτε, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω υπουργούς σε καθημερινή βάση και να δω πώς ξόδευαν τον χρόνο τους σε μία ημέρα. Το 85% του χρόνου πήγαινε σε τηλεφωνήματα και συναντήσεις με υπουργούς, πολιτικούς, κομματικούς παράγοντες, συγγενείς, δημοσιογράφους και πάσης φύσεως «πελάτες». Το αντικείμενο ήταν κυρίως η διατήρηση της θέσης και σπάνια το έργο του υπουργού. Φυσικά, όταν ερχόταν ο ανασχηματισμός, ο απολογισμός (αν υπήρχε) ήταν συλλογή ομιλιών. Iσως και ένας νόμος για κάποιο «σημαντικό» ζήτημα, κάτι σαν τις εισαγωγικές εξετάσεις στην Παιδεία ή τη φοροδιαφυγή. Το μόνο που έκαναν οι νόμοι αυτοί είναι να προσθέτουν στη νομοθετική «κουρελού» και να αφαιρούν αξιοπιστία από την πολιτική διαδικασία.

Ας γυρίσουμε τώρα στο Υπουργικό Συμβούλιο του Ιουνίου 2012. Οι συνθήκες ήταν πρωτόγνωρες, για τον πρωθυπουργό, τα κόμματα και τους επίδοξους υπουργούς. Το εκλογικό αποτέλεσμα, είναι αλήθεια, «έβαλε δύσκολα». Πολλοί πολιτικοί έπρεπε να ξεπεράσουν τον πολιτικό τους εαυτό. Πρώτος ο πρωθυπουργός και μετά οι ηγέτες των κομμάτων της συγκυβέρνησης έπρεπε να σκεφθούν και να πράξουν «έξω από το κουτί». Το κριτήριο επιλογής υπουργών έπρεπε να είναι αυστηρά και μόνο η καταλληλότητα και η αφοσίωση σε ένα μοναδικό έργο. Τη σωτηρία της χώρας. Δύο μήνες μετά, στη θερινή ραστώνη, είναι καιρός για συμπεράσματα.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι ο πρωθυπουργός έχει ξεπεράσει το πρόσφατο στερεότυπο και έχει αντιληφθεί ότι η χώρα κινδυνεύει να «σκάσει» στα χέρια του. Εκπλήσσει ευχάριστα με ορισμένες επιλογές που έκανε ο ίδιος, κυρίως στον οικονομικό τομέα και του «βγήκαν». Το ίδιο και στους τομείς Εργασίας και Δημόσιας Τάξης. Η «κομματική» τοποθέτηση στην Υγεία, επίσης φαίνεται να «περπατάει» αν και τα δύσκολα έρχονται με τους εκατοντάδες διορισμούς σε θέσεις ευθύνης που θα κληθούν να υλοποιήσουν οδυνηρές αλλά απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Θα είναι τραγικό αν επιλεγούν κομματάνθρωποι, όπως το 2009. Φαίνεται, τελικά, ότι υπάρχουν εκπρόσωποι του σπάνιου είδους υπουργών που θα τιμήσουν την «ηλεκτρική» τους καρέκλα. Δυστυχώς, υπάρχουν και εκπρόσωποι του πρώτου είδους υπουργού, σε σημαντικά αλλά, ευτυχώς, όχι αποφασιστικής σημασίας υπουργεία.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η συγκυβέρνηση ως πολιτικό πείραμα δεν «περπατάει». Το πολιτικά αδιέξοδο «μέσα-έξω» του κ. Βενιζέλου και το σεμνότυφο «δεν είμαστε κολλημένοι με καρέκλες» του κ. Κουβέλη είναι στάσεις επιεικώς κατώτερες των περιστάσεων. Το ΠΑΣΟΚ δεν πρότεινε υπουργούς, ακόμη και εκεί που είχε ικανά στελέχη. Ο κ. Κουβέλης αναδεικνύεται σε κομματάρχη των δημοσίων υπαλλήλων που «δεν απολύονται» σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς που, προφανώς, ανήκουν σε κατώτερο είδος.

Το τρίτο και κύριο συμπέρασμα είναι ότι πολιτικοί και κόμματα πρέπει να βρουν την «αφήγηση» που θα τους καθοδηγήσει στον δρόμο που δεν ξέρουν. Το πολιτικό κόστος δεν «λειτουργεί», αφού δεν μπορεί κανείς να το αποφύγει όπως πρώτα. Το πολιτικό όφελος είναι πιθανόν να μην «εισπραχθεί» ως επανεκλογή ή προβιβασμός, αφού κανείς δεν γνωρίζει τι θα γίνει ένα χρόνο από τώρα. Αν όλα πάνε καλά και καβατζάρουμε το φθινόπωρο εντός Ευρωζώνης, ο κάθε υπουργός θα συνεχίσει να είναι διεκπεραιωτής ενός προγράμματος που δεν επέλεξε, που δεν του «πάει» και που δεν έχει τα οφέλη που γνώριζε. Αν η κυβέρνηση αποτύχει και η χρεοκοπία γίνει επίσημη, δεν έχει νόημα να σχεδιάζει κανείς από τώρα το προσωπικό του πολιτικό Plan B, γιατί, πολύ απλά, δεν θα υπάρξει. Oλοι, λοιπόν, πρέπει να νιώσουν ότι είναι στην ίδια… γαλέρα και να τραβήξουν κουπί στον ρυθμό του καπετάνιου. Oσοι ενοχλούνται επειδή αυτός είναι τροϊκανός, ας θυμηθούν τι κάνανε με Eλληνα καπετάνιο. Oσων η πολιτική ψυχή δεν αντέχει, ας κατέβουν από το πλοίο. Oσοι, τέλος, ονειρεύονται επιστροφή στα παλιά, ας σκεφθούν ότι πρακτικές του παρελθόντος φταίνε για τα χάλια τού σήμερα. Γι’ αυτό δεν τις θέλουμε εμείς, οι πολίτες, χάριν των οποίων στο κάτω κάτω υπάρχουν και οι πολιτικοί.

ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΙΔΙΚΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ;

Αύγουστος 10, 2012

Είχα γράψει παλαιότερα ότι η ανάταξη της οικονομίας μας μπορεί να γίνει αν απλώς καταργούνταν οι πρόσφατοι νόμοι που ευθύνονται για το «ξεχείλωμα» της δημόσιας δαπάνης. Αυτοί είναι κυρίως νόμοι με τους οποίους διαμορφώθηκε το επίπεδο της δημόσιας μισθολογικής δαπάνης, που ψηφίσθηκαν την τελευταία, προ κρίσης, δεκαετία.

Πράγματι, στο διάστημα 2000-2009 η συνολική προσθήκη στο χρέος ήταν περίπου 50 δισ. ευρώ, όσο και η απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή που επιχειρείται κυρίως μέσω περικοπών σε μισθούς και συντάξεις. Ταυτόχρονα, όμως, έχει αναγνωριστεί η αναποτελεσματικότητα και η αδικία, στην οποία οδηγούν οι οριζόντιες περικοπές στις αμοιβές. Πολύ απλά, δεν «τα φάγαμε όλοι μαζί». Κάποιοι ωφελήθηκαν περισσότερο από τη γενναιοδωρία των υπουργών μας στο επίμαχο διάστημα. Το δίκαιο, αλλά και το πιο αποτελεσματικό, είναι προφανώς να αρθούν οι συχνά σκανδαλώδεις αυτές ρυθμίσεις.

Τυπικό παράδειγμα είναι το ειδικό ιατρικό μισθολόγιο στα νοσοκομεία του ΕΣΥ. Η αλήθεια είναι ότι σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, οι Eλληνες νοσοκομειακοί γιατροί έχουν χαμηλές αποδοχές. Παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση σήμερα αφορά οριζόντια μείωση κατά 10% του βασικού μισθού των γιατρών όλων των βαθμίδων. Αυτό, όμως, είναι άδικο και παραγνωρίζει το γεγονός ότι περισσότεροι από τους μισούς ειδικευμένους γιατρούς του ΕΣΥ, με νόμο του 2009, εξελίχθηκαν εν μια νυκτί χωρίς κρίση στον βαθμό του διευθυντή, με αντίστοιχη αύξηση αποδοχών.

Οι μέχρι τότε διευθυντές, που είχαν κερδίσει τη θέση έπειτα από σκληρή διαδικασία κρίσεων, «προβιβάσθηκαν» σε συντονιστές, με συμβολική μισθολογική διαφορά ενός ευρώ, που καθιερώθηκε με νόμο του 2011. Σημειωτέον ότι η σημαντική αύξηση μισθού που δόθηκε στους «νέους» διευθυντές οδήγησε επίσης σε σημαντική αύξηση στην αμοιβή τους από εφημερίες, που είναι συχνά και… προβληματικές.

Αντίθετα, οι συντονιστές διευθυντές δεν παίρνουν αμοιβή από εφημερίες, με αποτέλεσμα οι συνολικές αμοιβές τους να υπολείπονται, αρκετές φορές σημαντικά, εκείνων των άλλων διευθυντών. Οι γιατροί αυτοί, όμως, σηκώνουν και το βάρος της εκπαίδευσης και γενικά της οργάνωσης των Τμημάτων και του νοσοκομείου.

Η αδικία αλλά και η αναποτελεσματικότητα στη λειτουργία των Τμημάτων, στην οποία έχει οδηγήσει η υπάρχουσα κατάσταση, είναι προφανής. Χαρακτηριστικά, σε μεγάλο νοσοκομείο σήμερα υπηρετούν 6 συντονιστές διευθυντές και 57 διευθυντές.

Το υπουργείο Υγείας, αν κάνει τους λογαριασμούς, έχει μια χρυσή ευκαιρία να ανατάξει μία σοβαρή αδικία που έβλαψε σοβαρά και τα δημόσια οικονομικά χωρίς όφελος για την Υγεία. Εφόσον αποφασισθούν περικοπές στα μισθολόγια των γιατρών του ΕΣΥ, κάτι που απεύχομαι και δεν θεωρώ αναγκαίο, είναι ευκαιρία αυτές να γίνουν αναλογικά και όχι οριζόντια, ώστε να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη και η λογική στο σύστημα.

Εάν, για παράδειγμα, γίνει περικοπή στον βαθμό του διευθυντή (πλην συντονιστών διευθυντών) κατά 20%, ίσως να μη χρειασθεί μείωση σε καμία άλλη βαθμίδα ή αυτή να είναι πολύ μικρότερη του 10%. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μια τέτοια ρύθμιση θα μετρίαζε την καθολική αντίδραση που θα υπάρξει με την οριζόντια περικοπή, θα αποκαθιστούσε μια αδικία και θα προστάτευε τους νέους γιατρούς, που είναι περισσότερο ευάλωτοι στην κρίση.

Τέτοιες χαριστικές μισθολογικές διευθετήσεις έχουν γίνει πολλές και σε πολλούς κλάδους. Η επανεξέταση τυχόν αδικιών μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα που οι περικοπές στις αποδοχές φαίνονται αναπόφευκτες. Βέβαια, αντιδράσεις θα υπάρξουν αν αθετηθούν συμφωνηθέντα στο παρελθόν. Θα έχει, πάντως, ενδιαφέρον να δούμε πώς θα δικαιολογηθεί η αντίδραση για… «κεκτημένα» που δεν στέκουν στην κοινή λογική και το περί δικαίου αίσθημα. Αν, δηλαδή, οι «διά βοής» ευνοηθέντες θα τολμήσουν να υποστηρίξουν οριζόντια μείωση αποδοχών και των νέων συναδέλφων τους, για να σώσουν όσα σκανδαλωδώς τους χορηγήθηκαν στο πρόσφατο, όχι και τόσο ενάρετο, παρελθόν.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ

Αύγουστος 7, 2012

Οταν η παρούσα κυβέρνηση θα επιχειρεί τον απολογισμό τού μάλλον σύντομου βίου της, η μόνη «επιμήκυνση» την οποία θα έχει επιτύχει θα είναι αυτή της θητείας των πρυτάνεων.

Δυστυχώς, η τεράστια αρνητική σημασία της μόλις ψηφισθείσας αντιμεταρρύθμισης δεν θα φανεί στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Εκεί τα προβλήματα είναι τόσο βαθιά, τόσο «πετρωμένα» στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, ώστε καμία μεταβολή στον τρόπο διοίκησης των πανεπιστημίων δεν αρκεί. Η πραγματική σημασία της είναι στον «ηθικό κίνδυνο» που προσφυώς ανέλυσε προ ημερών ο Πάσχος Μανδραβέλης, αλλά και στις επιπτώσεις της για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να κυβερνήσει από εδώ και πέρα. Ο ηθικός κίνδυνος έγκειται στην παγίωση της γραμμής «νόμος είναι ό,τι θέλουμε εμείς». Η κυβερνησιμότητα του τόπου, όμως, εξαρτάται από το κατά πόσον η κυβέρνηση μπορεί να πείσει ότι έχει τη δυνατότητα και την αποφασιστικότητα να εφαρμόσει τον νόμο. Η ιστορία της Χαλυβουργίας ήταν ένα πρώτο θετικό σήμα. Η αντιμεταρρύθμιση στην Παιδεία ήταν αρνητική και απείρως ισχυρότερη. Πολλοί ρωτούν με απορία, «μα γιατί η κυβέρνηση ενέδωσε στους πρυτάνεις;» Τόσο ισχυροί είναι;

Η απορία είναι δικαιολογημένη. Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι μία νέα κυβέρνηση, με ισχυρή εντολή, που αντιμετωπίζει τον εθνικό όλεθρο κιότεψε μπροστά σε έναν πρύτανη που έχει ήδη καλέσει ο εισαγγελέας, σε έναν θεατράνθρωπο μερικής απασχόλησης και πολλούς παντελώς αγνώστους στην κοινωνία; Και όμως, κάτι τρομοκράτησε την κυβέρνηση μέχρις εξευτελισμού. Ισως το ενδεχόμενο να μπει ο Σεπτέμβρης, με κρίσιμα νομοσχέδια, αποκρατικοποιήσεις, την κοινωνία στην «τσίτα» από την ύφεση, την τρόικα να «γκρινιάζει και να απειλεί και τα πανεπιστήμια να καίγονται. Δεν ήταν, συνεπώς, οι πρυτάνεις, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και όλες οι αντιμεταρρυθμιστικές δυνάμεις που, ενώ βρίσκονται στον κυβερνητικό συνασπισμό, αλλά ακόμη και στο Υπουργικό Συμβούλιο, συνομιλούν με πρυτάνεις που στηρίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς, αυτό θα αποδειχθεί σύντομα, καθώς οι δυνάμεις αυτές, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, απορρίπτουν τις πρόσφατες «διορθωτικές» παρεμβάσεις και «απαιτούν» την ολοκληρωτική απόσυρση του νέου «νέου» νόμου.

Η υπόθεση της Χαλυβουργίας ήταν θέμα τεσσάρων λεωφορείων με ΜΑΤ, στοιχειώδη επιχειρησιακό σχεδιασμό, σαφή πολιτική εντολή και αντίπαλο έναν «ξεδοντιασμένο» και πολιτικά απαξιωμένο συνδικαλιστικό σχηματισμό. Ηταν εύκολο, αλλά ακόμη και εκεί ζήσαμε εκ των υστέρων «διαπραγματεύσεις» και την παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης που ακύρωσε την απόλυση έξι απεργών (γιατί άραγε); Τα φλεγόμενα πανεπιστήμια, όμως, με μπροστάρη ένα κόμμα που επενδύει και υπόσχεται ανοικτά την αναταραχή, είναι άλλη ιστορία. Αυτήν, όμως, την ιστορία θα βλέπει η κυβέρνηση να εξελίσσεται μπροστά της από εδώ και πέρα, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, όταν τελειώσουν όχι «τα μπάνια του λαού», αλλά τα δικά τους. Τότε θα φανεί πόσο εγκληματικά ανεύθυνη ήταν η δειλία που έδειξε η κυβέρνηση στο θέμα της Παιδείας. Αν ο κ. Σαμαράς είχε αναγάγει την πλήρη εφαρμογή ενός νόμου, που ήδη είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, και που ψήφισαν 255 βουλευτές, σε θέμα πρώτης γραμμής το καλοκαίρι, θα μπορούσε το φθινόπωρο να προβάλει το επιχείρημα της δικής του ισχυρής πολιτικής νομιμοποίησης, αγνοώντας και ίσως αξιοποιώντας, τον αναμενόμενο πολιτικό ακτιβισμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τώρα, όμως, που ο αντίπαλος «μύρισε αίμα», πώς θα τον συγκρατήσεις; Ποια αξία έχει η επίκληση του αριθμού των βουλευτών της συγκυβέρνησης τώρα, όταν δεν έφτασαν οι 255;

Δεν ξέρω αν η ζημιά που έγινε είναι ανατάξιμη, ή αν θα αποδειχθεί θανατηφόρα. Αυτό που ξέρω είναι ότι η φύση των προβλημάτων απαιτεί την τόλμη και την άγνοια κινδύνου που μας υποσχέθηκε ο κ. Σαμαράς. Την τόλμη που έδειξε στη Χαλυβουργία και όχι την άτακτη υποχώρηση που επέλεξε, χωρίς λόγο και χωρίς όφελος, στην Παιδεία. Ισως ο κ. Αρβανιτόπουλος έπρεπε να τον προστατεύσει.

Δυστυχώς, όμως, το κακό ξεκίνησε με τον σχηματισμό του κυβερνητικού σχήματος στο υπουργείο της Παιδείας, σε αγαστή σύμπνοια με τα κόμματα της συγκυβέρνησης. Το… περίεργο επιχείρημα του κ. Βενιζέλου περί νόμου 4009 και Συντάγματος, θα τον… κυνηγάει για χρόνια. Τέλος, ακόμη και ο κ. Κουβέλης μάλλον θα μετανοήσει, έστω και ενδόμυχα, για τον υφυπουργό του. Η αντιμεταρρύθμιση ποτέ δεν ήταν προοδευτική, ούτε αριστερή.