Η ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Ακόμη και ο πιο ανέμελος συμπολίτης μας έχει κατανοήσει ότι τίποτε δεν θα είναι στο εξής όπως παλιά. Τριάντα, αν όχι 190, χρόνια ανεύθυνης και ιδιοτελούς συμπεριφοράς από πολίτες και πολιτικούς, έφεραν την απαξίωση της χώρας. Η διαφορά της σημερινής χρεοκοπίας από άλλες του παρελθόντος είναι ότι συνέβη με την Ελλάδα μέλος μίας Ένωσης πλούσιων κρατών, οι λαοί των οποίων αρνούνται να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση μίας κοινωνίας που επιμένει να ξοδεύει πολύ περισσότερα από όσα θέλει να πληρώνει σε φόρους. Το 2009 δανειστήκαμε €38 δις. Από το 1981 ως σήμερα, το χρέος, δηλαδή τα συνολικά δανεικά, ανήλθε στα €350 δις, αφού καταναλώσαμε και €150 δις σε «πακέτα» από την ΕΕ. Το «έγκλημα» των €500 δις συντελέσθηκε με απόλυτη σύμπραξη πολιτών και πολιτικών. Το διεφθαρμένο πελατειακό κράτος διαμορφώθηκε από τις ποικιλώνυμες συντεχνίες που πάντα είχαν και την πολιτική τους έκφραση.
Για να επιβιώσει η Ελλάδα χρειάζεται να συντρέξουν ταυτόχρονα τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις. Πρώτον η μεγαθυμία των εταίρων και πιστωτών μας, δεύτερον η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών και, τρίτον, η ριζική αλλαγή του παραγωγικού και αναπτυξιακού μας προτύπου. Οι εταίροι θέλουν να μας σώσουν, αλλά όχι πάση θυσία, όπως νομίζουν αφελείς ή πονηροί στην Ελλάδα. Οι αγορές δεν κινούνται με προκατάληψη, αλλά, δυστυχώς, πείθονται μόνο από αποτελέσματα και όχι από φαιδρές διαβεβαιώσεις. Η αλλαγή της παραγωγικής βάσης είναι η απόλυτη προϋπόθεση για τα δύο προηγούμενα και αποκλειστικά δικό μας θέμα, αλλά όχι και το ευκολότερο. Η οικονομία μας υποφέρει από χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, η αντιμετώπιση των οποίων αποδεικνύεται δυσκολότερη λόγω έλλειψης πολιτικής τόλμης. Στη συνέχεια θα δείξουμε ότι ο τομέας της Υγείας αποτελεί ένα τέτοιο διαρθρωτικό εμπόδιο στη σωτηρία της χώρας, γιατί δυσχεραίνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την «φορτώνει» με κόστος.
Στο μέλλον η έμφαση πρέπει να είναι σε υπηρεσίες και αγαθά εντάσεως εργασίας, υψηλής προστιθέμενης αξίας και με έμφαση στις εξαγωγές. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει κέντρο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, τουρισμού και ναυπηγοεπισκευαστικών δραστηριοτήτων, αλλά και εκπαίδευσης, υγείας και πολιτισμού για την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη και Βόρεια Αφρική. Στον πρωτογενή τομέα μπορούμε να στραφούμε στοχευμένα σε προϊόντα ονομασίας προέλευσης υψηλής ποιότητας και αξίας, ενώ στην ιχθυοκαλλιέργεια ήδη έχουμε δεσπόζουσα θέση. Μεγάλες δυνατότητες ανοίγονται στον τομέα των ορυκτών και των υδρογονανθράκων, όπου εκκρεμούν σημαντικές επενδύσεις. Στη βιομηχανία πρέπει να περιορισθούμε σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, σε τομείς όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας η προστασία του περιβάλλοντος και η διαχείριση αποβλήτων. Στόχος η αξιοποίηση του αξιόλογου νέου ερευνητικού προσωπικού της χώρας που απασχολείται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με αξιοποίηση κινήτρων για καινοτομικές επιχειρήσεις Ιντερνετικών εφαρμογών και Πληροφορικής. Στις κατασκευές, η έμφαση πρέπει να δοθεί σε έργα υποδομών, όπως μετρό, δρόμοι, λιμάνια και αεροδρόμια και έργα υποστήριξης της τουριστικής βιομηχανίας όπως μαρίνες, συνεδριακά κέντρα και υποδομές κρουαζιέρας. Η κατοικία θα πρέπει να περιορισθεί σε αναπλάσεις συνοικιών σε μεγάλες πόλεις, με την αξιοποίηση άλλων εκτάσεων, όπως το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού και την πλήρη απαγόρευση της εκτός σχεδίου δόμησης.
Αυτό το αναπτυξιακό πρότυπο είναι έντασης εργασίας και γνώσης και στοχεύει στην ανταγωνιστικότητα, προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αγορών και πιστωτών. Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από παράγοντες για τους οποίους έχει γίνει συζήτηση και χρειάζεται μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές. Δυστυχώς, στη συζήτηση έχει αγνοηθεί ένας σημαντικός παράγοντας που σχετίζεται με το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας, δηλαδή το κόστος της ασφάλισης υγείας. Εδώ και τέσσερα χρόνια προσπαθώ να πείσω ότι η χρηματοδότηση από ασφαλιστικές εισφορές στην εργασία, εκτός από πηγή ανισοτιμίας είναι και βάρος στην ανταγωνιστικότητα. Αφού η παγκοσμιοποίηση ευνοεί το κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας, η εξάρτηση από εισφορές μειώνει τη χρηματοδοτική βάση των Ταμείων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, όταν η αύξηση των εισφορών επιβαρύνει το κόστος εργασίας. Αντίθετα, η αντικατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών με φορολογικά έσοδα μέσω της προοδευτικής φορολόγησης του (πραγματικού) εισοδήματος και του κεφαλαίου (κέρδη και τόκοι) είναι η μόνη δίκαιη και σίγουρη πηγή χρηματοδότησης. Αυτό έχει γίνει αντιληπτό στις Σκανδιναβικές χώρες, που συντηρούν συστήματα υγείας με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ποιότητα και αποδοτικότητα σε σχέση με πολλά κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα της Κεντρικής Ευρώπης.
Εκτός από την επιβάρυνση του κόστους της εργασίας, ο τομέας της υγείας επιβαρύνει και το σύνολο της οικονομίας της οποίας αποτελεί σημαντικό τομέα. Η υπόθεση εργασίας για το 2009 είναι ότι ως κράτος και πολίτες ξοδέψαμε για την υγεία μας το 10-11% του ΑΕΠ, 2% περισσότερο από αντίστοιχες με την Ελλάδα χώρες και το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Κατά 60% τα χρήματα προήλθαν από ασφαλιστικές εισφορές και φόρους και κατά 40% ως ιδιωτική δαπάνη για γιατρούς, νοσοκομεία, διαγνωστικά κέντρα και φάρμακα. Η ιδιωτική δαπάνη συχνά κατευθύνεται και προς προμηθευτές του δημόσιου τομέα, νόμιμα και παράνομα, ενώ η δημόσια δαπάνη καταλήγει και σε ιδιώτες παραγωγούς, πάλι νόμιμα και παράνομα. Η πηγή της δαπάνης, δηλαδή, δεν σχετίζεται με την παραγωγή υπηρεσιών, αφού ιδιωτική δαπάνη δεν σημαίνει μόνο έσοδα για τον ιδιωτικό τομέα και η δημόσια δαπάνη συχνά σημαίνει ιδιωτικά έσοδα. Μέσα στο κύκλωμα αυτό ανθεί η μαύρη οικονομία άτυπων πληρωμών, που υπολογίσθηκε το 2005 σε 2 δις € και η διαφθορά που υπολογίζεται σε άλλα €2,5 δις. Το σύνολο παραοικονομίας και διαφθοράς των €4,5 δις ή 2% του ΑΕΠ, είναι το ετήσιο «βάρος» της Υγείας στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Αρκεί απλώς να φαντασθούμε τη δημοσιονομική κατάσταση σήμερα με ετήσιο έλλειμμα 2% του ΑΕΠ λιγότερο, κάθε χρόνο, και χρέος μικρότερο κατά τα €45 δις που συσσώρευσε η υγεία μόνο την τελευταία 10ετία. Οι άτυπες αυτές πληρωμές καταλήγουν σε λογαριασμούς ιδιωτών, συχνά στο εξωτερικό, και αποτελούν σημαντική αιμορραγία ρευστότητας για το σύνολο της οικονομίας, ενώ μειώνουν και το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα.
Η πάταξη της παραοικονομίας και διαφθοράς στην Υγεία είναι εξαιρετικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και αποτελεί διακηρυγμένο στόχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας. Για την αρνητική επίδραση του συστήματος χρηματοδότησης στην ανταγωνιστικότητα, η πρόταση που υποβάλλω είναι η κατάργηση των κλάδων υγείας και των εισφορών των ταμείων και η αντικατάστασή τους με κρατική επιχορήγηση προς τα νοσοκομεία. Η πρόσθετη αυτή χρηματοδότηση, βέβαια, θα μειώνεται όσο θα βελτιώνεται η αποδοτικότητα των νοσοκομείων στη διαχείριση των ήδη νομοθετημένων πόρων τους. Συγκεκριμένα παραδείγματα δείχνουν ότι το δημοσιονομικό αποτύπωμα της μεταρρύθμισης στη χρηματοδότηση είναι θετικό και διευκολύνεται με την ήδη νομοθετημένη συγχώνευση των 4 μεγάλων Ταμείων. Πολλοί περίμεναν να αναλάβει ο κ. Λοβέρδος και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κάτι που διαψεύσθηκε με τον πρόσφατο ανασχηματισμό. Ως ευφυής πολιτικός, όμως, θα έχει αντιληφθεί ότι έτσι και αλλιώς η ασφάλιση υγείας ήδη του ανήκει. Τώρα μένει να τακτοποιήσει διοικητικά τη σύνδεση των σημερινών εσόδων των ταμείων με το μελλοντικό κόστος παραγωγής των υπηρεσιών του ΕΣΥ. Έτσι και αλλιώς, το κράτος καλύπτει κάθε 3-4 χρόνια με ρυθμίσεις χρεών τις μεγάλες υστερήσεις στην πληρωμή των χρεών των ασφαλιστικών ταμείων προς τα νοσοκομεία. Οι αλλεπάλληλες φούσκες χρεών από ταμεία σε νοσοκομεία και από εκεί στους προμηθευτές έχουν ως αποτέλεσμα τη γιγάντωση των χρεών λόγω διαφθοράς και την αύξηση του κόστους.
Η μείωση του κόστους παραγωγής απαιτεί αλλαγή του παραγωγικού προτύπου στην υγεία. Χρειαζόμαστε λιγότερα και μεγαλύτερα νοσοκομεία και αλλαγή στη σύνθεση του προσωπικού. Δυστυχώς, η ευκαιρία αναδιάρθρωσης των νοσοκομείων χάθηκε, αφού αντικαταστάθηκε από μία άνευ ουσίας εσωτερική τακτοποίηση διευθυντικών δικαιωμάτων με πρόσχημα τη «συγχώνευση κλινικών». Μειώνοντας τους υπεράριθμους γιατρούς κατά 6.000 (σε σύνολο 26.000) μπορούσαμε να αυξήσουμε τον αριθμό των νοσηλευτών κατά 10.000, να βελτιώσουμε τη φροντίδα υγείας και να μειώσουμε τη δαπάνη. Ο λόγος δεν είναι μόνο η μισθολογική διαφορά, αλλά και το ότι ο γιατρός στο νοσοκομείο αποτελεί «κέντρο κόστους» που συχνά δεν συνδέεται με τις ανάγκες νοσηλείας των ασθενών. Αντίθετα, η κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών, πχ του ΙΚΑ, με ελάφρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το 7,5% επί των αποδοχών μπορεί να αποτελέσει αναπτυξιακό σοκ στην οικονομία και είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς την επίπτωση στο οικονομικό κλίμα. Ας τολμήσει λοιπόν η Κυβέρνηση, αφού έχασε την ευκαιρία αναδιάρθρωσης της προσφοράς, να ασχοληθεί με τη ζήτηση. Να εξετάσει, δηλαδή, την αναθεώρηση του χρηματοδοτικού μοντέλου του ΕΣΥ προς όφελος του συνόλου της οικονομίας.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Η ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ”

  1. Γρηγόρης Says:

    πολύ ενδιαφέρον άρθρο . η χρηματοδότηση των υπηρεσιών υγείας από τα φορολογικά έσοδα και όχι από τα ασφαλιστικά, κατά το πρότυπο των σκανδιναβικών χωρών είναι ενδιαφέρουσα, παρότι στην ελλάδα της φοροδιαφυγής δύσκολα υλοποίησιμη….

    από την άλλη η αναφορά σας για υπηρεσίες εντάσεως εργασίας , για ένα αδαή συνδέονται με υπηρεσίες και αγαθά στα οποία η εργασία κυριαρχεί στο κόστος τους..

    γεγονός που δεν συμβαίνει σε ευρωπαϊκές χώρες , με παραγωγή προϊόντων τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας , κατάσταση που παραπέμπει σε συνθήκες εντάσεως κεφαλαίου…

    όσο αφορά την πρόταση για νοσηλευτικοκεντρικό σύστημα με απόλυση ιατρών-δημιουργών πολλαπλάσιων δαπανών και πρόσληψη νοσοκόμων νομίζω ότι βρίσκεται σε λάθος κατεύθυνση..

    αντίθετα τα νοσοκομεία θα πρέπει να ανοίξουν για όλους τους γιατρούς, με αμοιβές της αγοράς κατά πράξη, με ΕΛΕΥΘΕΡΗ επιλογή τους εκ μέρους των ασθενών, με ελάχιστο διοικητικό προσωπικό , με μέτριο αριθμό νοσηλευτών, βασισμένο στο λειτουργικό σύνθημα της ΠΟΥ για » μια μέρα νοσοκομειακή περίθαλψει αρκεί «….

    έτσι θα μειωθούν οι άτυπες δαπάνες και τα φακελλάκια , τα διάφορα ποσοστά των ιατρών…

    αλλά και οι άμεσες κρατικές και ασφαλιστικές δαπάνες, οι οποίες στην πλειονότητά τους καταλήγουν σε ΜΗ ιατρικά χέρια…

    γεγονός άδικο και ανορθολογικό .

    με ανάλογες αρνητικότατες επιπτώσεις στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας….

    πάροχος υπηρεσιών υγείας είναι ο γιατρός και όχι το διοικητικό προσωπικό…

    ούτε βέβαια το νοσηλευτικό , τα καθήκοντα του οποίου άνετα μπορεί να φέρει εις πέρας ενας γιατρός…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: