Archive for Ιουλίου 2011

ΜΙΑ ΧΡΗΣΙΜΗ «ΚΟΝΤΡΑ» ΓΙΑ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

Ιουλίου 14, 2011

Στην κόντρα μεταξύ Στ. Μάνου και Αν. Λοβέρδου για το θέμα των φαρμάκων, ο ένας βλέπει το ζήτημα ως πολίτης που αγωνιά με το δημοσιονομικό χάλι της χώρας και ο άλλος ως υπεύθυνος για την εφαρμογή πολιτικής και, μάλιστα, υπό καθεστώς επιτήρησης. Η δημόσια συζήτηση των δύο ανδρών μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα στο πλαίσιο της «κοινής λογικής», σήμα κατατεθέν του κ. Μάνου, και της «αποτελεσματικότητας», μέχρι στιγμής γνώρισμα της πολιτικής του κ. Λοβέρδου, αλλά και του κ. Μάνου.

Η ιστορία του φαρμάκου είναι ένα τεχνικό ζήτημα, με πολλές παραμέτρους, αλλά και βαθύτατα πολιτικό. Είναι τεχνικό, γιατί η ανάπτυξη νέων φαρμάκων είναι απίστευτα δαπανηρή και αβέβαιη και η τιμολόγηση πολύπλοκη. Είναι πολιτικό γιατί είναι η μόνη περιοχή στη θεματολογία της υγείας όπου η «αγορά» με τις αδήριτες πραγματικότητές της εμπλέκεται με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ή πολιτικά υποχρεωτική ανάμειξη του δημόσιου τομέα στην προστασία της υγείας και την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας σε κόστος που η κοινωνία και το άτομο μπορούν να επωμισθούν. Ολοι μπορούμε να φαντασθούμε δημόσια νοσοκομεία και γιατρούς με σχέση εργασίας με το δημόσιο σύστημα υγείας, αλλά κανείς, εκτός από την παλαβή Αριστερά (και το πρώιμο ΠΑΣΟΚ), δεν διανοείται δημόσια ή κρατική φαρμακοβιομηχανία. Είναι σαφές ότι το κόστος των φαρμάκων διαμορφώνεται στην ελεύθερη αγορά, αλλά όχι ανεξέλεγκτα, αφού το κράτος και η κοινωνική ασφάλιση αποτελούν μονοψωνιακή ή ολιγοψωνιακή δύναμη παντού. Μάλιστα, επειδή το φάρμακο παράγεται σε λίγες χώρες, αλλά πουλιέται παγκόσμια, οι φαρμακοβιομηχανίες τιμολογούν διαφορετικά ή αποδέχονται τον διοικητικό καθορισμό των τιμών. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι οι χώρες που καθορίζουν τις τιμές διοικητικά πρέπει να προσέχουν να μη βρεθούν «χωρίς φάρμακα». Η περιοδική έκρηξη των «παράλληλων εξαγωγών» στη χώρα μας είναι ένα καλό σήμα. Το πρώτο μάθημα, λοιπόν, είναι ότι το ζήτημα δεν είναι οι τιμές των φαρμάκων και αν κάπου κινδυνεύουμε είναι στον υπερβολικό ζήλο για μείωση των τιμών. Εδώ ελπίζω και οι δύο άνδρες να συμφωνούν.

Το κόστος του φαρμάκου, όμως, καθορίζεται και από δύο άλλες παραμέτρους, τις ποσότητες που πουλιούνται και το κόστος διανομής τους. Οι ποσότητες, τόσο συνολικά, όσο και μεταξύ ομοειδών φαρμάκων, εξαρτώνται αποκλειστικά από τον γιατρό. Ο έλεγχος της συνταγογράφησης έχει απασχολήσει πολλές χώρες, αλλά μόλις πρόσφατα άρχισε να συζητιέται στη χώρα μας. Εδώ ο κ. Λοβέρδος στηρίζει πολλά στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση, αλλά ίσως είναι υπεραισιόδοξος, με δεδομένο το στάδιο ανάπτυξης και ιδιαίτερα διαχείρισης του συστήματος. Οι πληροφορίες μου με κάνουν πιο ανήσυχο ως προς την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα απ’ ό, τι φαίνεται να είναι ο κ. υπουργός, που, μάλιστα, δεν έχει και την πλήρη αρμοδιότητα. Για τον λόγο αυτό, συμμερίζομαι τον σκεπτικισμό του κ. Μάνου.

Στον τρίτο τομέα ο κ. Μάνος και ο κ. Λοβέρδος διαφωνούν ριζικά. Το κέρδος των φαρμακαποθηκών και των φαρμακοποιών καθορίζεται ως ποσοστό της τιμής, ανεξάρτητα από το ύψος της. Με την ίδια «κίνηση» ο φαρμακοποιός κερδίζει 2,40 ευρώ στο φάρμακο των 10 ευρώ, 24 ευρώ στο φάρμακο των 100 ευρώ και 240 ευρώ στο φάρμακο των 1.000 ευρώ. Απίστευτος και σκανδαλώδης παραλογισμός και το δίκιο του κ. Μάνου είναι 100%. Από εδώ, όμως, αρχίζουν τα… δίκια του κ. Λοβέρδου. Πρώτον, είναι ένα καθεστώς που βρήκε, με έναν εξωφρενικό αριθμό φαρμακείων όπου εργάζονται οι δημοφιλέστεροι επαγγελματίες της υγείας, και όχι μόνο, και ίσως γι’ αυτό οι πλέον ευνοημένοι, όπως και τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Εδώ ακόμη και η τρόικα έκανε λάθος. Στη «μανία απελευθέρωσης» ανάγκασε τον κ. Λοβέρδο να επιτρέψει ακόμη περισσότερα φαρμακεία. Με τέτοιο εγγυημένο κέρδος, ακόμη κι εγώ το… σκέφτομαι. Αντίθετα, του επέτρεψε να υποκαταστήσει την κατάργηση του σταθερού ποσοστού κέρδους, με ένα rebate, (επιστροφή κέρδους), που ακόμη δεν έχει αποδώσει και μάλλον δεν θα αποδώσει μέχρι να αποκτήσουν τα Ταμεία πλήρη μηχανογράφηση κατά είδος και φαρμακείο. Ζήσε Μάη μου… Το ίδιο έγινε και επί Ν. Δ. με τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις και δεν απέδωσε, φυσικά, τίποτε. Εδώ ο κ. Λοβέρδος έχει άδικο και θα πρέπει να επανορθώσει.

Ερχομαι, συνεπώς, στις προτάσεις. Πρώτον, καθορισμό σταθερού ποσού αμοιβής (π. χ. 15 ευρώ για κάθε φάρμακο πάνω από 100 ευρώ), με παράλληλη κατάργηση του rebate και διατήρηση φθίνοντος ποσοστού κέρδους επί της χονδρικής στα φθηνότερα φάρμακα. Εδώ, μπορούμε να εισαγάγουμε και το «δικαίωμα» του φαρμακοποιού να «προτείνει» φθηνότερα γενόσημα φάρμακα. Δεύτερον, ανακαθορισμό τιμών με βάση ένα μέσο όρο χωρών με παρόμοιες οικονομίες, μεγέθη και συστήματα υγείας. Ο μέσος όρος των τριών χαμηλότερων είναι αδικαιολόγητος, υποτιμητικός και επικίνδυνος.

Τρίτον, άμεση επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογία για τη σύσταση στο πλαίσιο του ΕΟΠΥΥ μιας Υπηρεσίας Αξιολόγησης Τεχνολογίας, η οποία θα μελετά, με βάση τον γιατρό και την πάθηση, τον τρόπο συνταγογράφησης, αλλά και γενικότερα, τη χρήση της τεχνολογίας. Ετσι, σε 2-3 χρόνια θα γίνει πραγματικότητα ο ουσιαστικός έλεγχος της χρήσης υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και του φαρμάκου. Νομίζω ότι στα παραπάνω θα μπορούσαν να συμφωνήσουν και οι δύο πολιτικοί, ελπίζω προς όφελος της οικονομίας της υγείας.

Advertisements

Η ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Ιουλίου 10, 2011

Ακόμη και ο πιο ανέμελος συμπολίτης μας έχει κατανοήσει ότι τίποτε δεν θα είναι στο εξής όπως παλιά. Τριάντα, αν όχι 190, χρόνια ανεύθυνης και ιδιοτελούς συμπεριφοράς από πολίτες και πολιτικούς, έφεραν την απαξίωση της χώρας. Η διαφορά της σημερινής χρεοκοπίας από άλλες του παρελθόντος είναι ότι συνέβη με την Ελλάδα μέλος μίας Ένωσης πλούσιων κρατών, οι λαοί των οποίων αρνούνται να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση μίας κοινωνίας που επιμένει να ξοδεύει πολύ περισσότερα από όσα θέλει να πληρώνει σε φόρους. Το 2009 δανειστήκαμε €38 δις. Από το 1981 ως σήμερα, το χρέος, δηλαδή τα συνολικά δανεικά, ανήλθε στα €350 δις, αφού καταναλώσαμε και €150 δις σε «πακέτα» από την ΕΕ. Το «έγκλημα» των €500 δις συντελέσθηκε με απόλυτη σύμπραξη πολιτών και πολιτικών. Το διεφθαρμένο πελατειακό κράτος διαμορφώθηκε από τις ποικιλώνυμες συντεχνίες που πάντα είχαν και την πολιτική τους έκφραση.
Για να επιβιώσει η Ελλάδα χρειάζεται να συντρέξουν ταυτόχρονα τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις. Πρώτον η μεγαθυμία των εταίρων και πιστωτών μας, δεύτερον η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών και, τρίτον, η ριζική αλλαγή του παραγωγικού και αναπτυξιακού μας προτύπου. Οι εταίροι θέλουν να μας σώσουν, αλλά όχι πάση θυσία, όπως νομίζουν αφελείς ή πονηροί στην Ελλάδα. Οι αγορές δεν κινούνται με προκατάληψη, αλλά, δυστυχώς, πείθονται μόνο από αποτελέσματα και όχι από φαιδρές διαβεβαιώσεις. Η αλλαγή της παραγωγικής βάσης είναι η απόλυτη προϋπόθεση για τα δύο προηγούμενα και αποκλειστικά δικό μας θέμα, αλλά όχι και το ευκολότερο. Η οικονομία μας υποφέρει από χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, η αντιμετώπιση των οποίων αποδεικνύεται δυσκολότερη λόγω έλλειψης πολιτικής τόλμης. Στη συνέχεια θα δείξουμε ότι ο τομέας της Υγείας αποτελεί ένα τέτοιο διαρθρωτικό εμπόδιο στη σωτηρία της χώρας, γιατί δυσχεραίνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την «φορτώνει» με κόστος.
Στο μέλλον η έμφαση πρέπει να είναι σε υπηρεσίες και αγαθά εντάσεως εργασίας, υψηλής προστιθέμενης αξίας και με έμφαση στις εξαγωγές. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει κέντρο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, τουρισμού και ναυπηγοεπισκευαστικών δραστηριοτήτων, αλλά και εκπαίδευσης, υγείας και πολιτισμού για την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη και Βόρεια Αφρική. Στον πρωτογενή τομέα μπορούμε να στραφούμε στοχευμένα σε προϊόντα ονομασίας προέλευσης υψηλής ποιότητας και αξίας, ενώ στην ιχθυοκαλλιέργεια ήδη έχουμε δεσπόζουσα θέση. Μεγάλες δυνατότητες ανοίγονται στον τομέα των ορυκτών και των υδρογονανθράκων, όπου εκκρεμούν σημαντικές επενδύσεις. Στη βιομηχανία πρέπει να περιορισθούμε σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, σε τομείς όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας η προστασία του περιβάλλοντος και η διαχείριση αποβλήτων. Στόχος η αξιοποίηση του αξιόλογου νέου ερευνητικού προσωπικού της χώρας που απασχολείται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με αξιοποίηση κινήτρων για καινοτομικές επιχειρήσεις Ιντερνετικών εφαρμογών και Πληροφορικής. Στις κατασκευές, η έμφαση πρέπει να δοθεί σε έργα υποδομών, όπως μετρό, δρόμοι, λιμάνια και αεροδρόμια και έργα υποστήριξης της τουριστικής βιομηχανίας όπως μαρίνες, συνεδριακά κέντρα και υποδομές κρουαζιέρας. Η κατοικία θα πρέπει να περιορισθεί σε αναπλάσεις συνοικιών σε μεγάλες πόλεις, με την αξιοποίηση άλλων εκτάσεων, όπως το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού και την πλήρη απαγόρευση της εκτός σχεδίου δόμησης.
Αυτό το αναπτυξιακό πρότυπο είναι έντασης εργασίας και γνώσης και στοχεύει στην ανταγωνιστικότητα, προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αγορών και πιστωτών. Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από παράγοντες για τους οποίους έχει γίνει συζήτηση και χρειάζεται μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές. Δυστυχώς, στη συζήτηση έχει αγνοηθεί ένας σημαντικός παράγοντας που σχετίζεται με το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας, δηλαδή το κόστος της ασφάλισης υγείας. Εδώ και τέσσερα χρόνια προσπαθώ να πείσω ότι η χρηματοδότηση από ασφαλιστικές εισφορές στην εργασία, εκτός από πηγή ανισοτιμίας είναι και βάρος στην ανταγωνιστικότητα. Αφού η παγκοσμιοποίηση ευνοεί το κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας, η εξάρτηση από εισφορές μειώνει τη χρηματοδοτική βάση των Ταμείων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, όταν η αύξηση των εισφορών επιβαρύνει το κόστος εργασίας. Αντίθετα, η αντικατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών με φορολογικά έσοδα μέσω της προοδευτικής φορολόγησης του (πραγματικού) εισοδήματος και του κεφαλαίου (κέρδη και τόκοι) είναι η μόνη δίκαιη και σίγουρη πηγή χρηματοδότησης. Αυτό έχει γίνει αντιληπτό στις Σκανδιναβικές χώρες, που συντηρούν συστήματα υγείας με τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ποιότητα και αποδοτικότητα σε σχέση με πολλά κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα της Κεντρικής Ευρώπης.
Εκτός από την επιβάρυνση του κόστους της εργασίας, ο τομέας της υγείας επιβαρύνει και το σύνολο της οικονομίας της οποίας αποτελεί σημαντικό τομέα. Η υπόθεση εργασίας για το 2009 είναι ότι ως κράτος και πολίτες ξοδέψαμε για την υγεία μας το 10-11% του ΑΕΠ, 2% περισσότερο από αντίστοιχες με την Ελλάδα χώρες και το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Κατά 60% τα χρήματα προήλθαν από ασφαλιστικές εισφορές και φόρους και κατά 40% ως ιδιωτική δαπάνη για γιατρούς, νοσοκομεία, διαγνωστικά κέντρα και φάρμακα. Η ιδιωτική δαπάνη συχνά κατευθύνεται και προς προμηθευτές του δημόσιου τομέα, νόμιμα και παράνομα, ενώ η δημόσια δαπάνη καταλήγει και σε ιδιώτες παραγωγούς, πάλι νόμιμα και παράνομα. Η πηγή της δαπάνης, δηλαδή, δεν σχετίζεται με την παραγωγή υπηρεσιών, αφού ιδιωτική δαπάνη δεν σημαίνει μόνο έσοδα για τον ιδιωτικό τομέα και η δημόσια δαπάνη συχνά σημαίνει ιδιωτικά έσοδα. Μέσα στο κύκλωμα αυτό ανθεί η μαύρη οικονομία άτυπων πληρωμών, που υπολογίσθηκε το 2005 σε 2 δις € και η διαφθορά που υπολογίζεται σε άλλα €2,5 δις. Το σύνολο παραοικονομίας και διαφθοράς των €4,5 δις ή 2% του ΑΕΠ, είναι το ετήσιο «βάρος» της Υγείας στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Αρκεί απλώς να φαντασθούμε τη δημοσιονομική κατάσταση σήμερα με ετήσιο έλλειμμα 2% του ΑΕΠ λιγότερο, κάθε χρόνο, και χρέος μικρότερο κατά τα €45 δις που συσσώρευσε η υγεία μόνο την τελευταία 10ετία. Οι άτυπες αυτές πληρωμές καταλήγουν σε λογαριασμούς ιδιωτών, συχνά στο εξωτερικό, και αποτελούν σημαντική αιμορραγία ρευστότητας για το σύνολο της οικονομίας, ενώ μειώνουν και το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα.
Η πάταξη της παραοικονομίας και διαφθοράς στην Υγεία είναι εξαιρετικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και αποτελεί διακηρυγμένο στόχο της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας. Για την αρνητική επίδραση του συστήματος χρηματοδότησης στην ανταγωνιστικότητα, η πρόταση που υποβάλλω είναι η κατάργηση των κλάδων υγείας και των εισφορών των ταμείων και η αντικατάστασή τους με κρατική επιχορήγηση προς τα νοσοκομεία. Η πρόσθετη αυτή χρηματοδότηση, βέβαια, θα μειώνεται όσο θα βελτιώνεται η αποδοτικότητα των νοσοκομείων στη διαχείριση των ήδη νομοθετημένων πόρων τους. Συγκεκριμένα παραδείγματα δείχνουν ότι το δημοσιονομικό αποτύπωμα της μεταρρύθμισης στη χρηματοδότηση είναι θετικό και διευκολύνεται με την ήδη νομοθετημένη συγχώνευση των 4 μεγάλων Ταμείων. Πολλοί περίμεναν να αναλάβει ο κ. Λοβέρδος και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κάτι που διαψεύσθηκε με τον πρόσφατο ανασχηματισμό. Ως ευφυής πολιτικός, όμως, θα έχει αντιληφθεί ότι έτσι και αλλιώς η ασφάλιση υγείας ήδη του ανήκει. Τώρα μένει να τακτοποιήσει διοικητικά τη σύνδεση των σημερινών εσόδων των ταμείων με το μελλοντικό κόστος παραγωγής των υπηρεσιών του ΕΣΥ. Έτσι και αλλιώς, το κράτος καλύπτει κάθε 3-4 χρόνια με ρυθμίσεις χρεών τις μεγάλες υστερήσεις στην πληρωμή των χρεών των ασφαλιστικών ταμείων προς τα νοσοκομεία. Οι αλλεπάλληλες φούσκες χρεών από ταμεία σε νοσοκομεία και από εκεί στους προμηθευτές έχουν ως αποτέλεσμα τη γιγάντωση των χρεών λόγω διαφθοράς και την αύξηση του κόστους.
Η μείωση του κόστους παραγωγής απαιτεί αλλαγή του παραγωγικού προτύπου στην υγεία. Χρειαζόμαστε λιγότερα και μεγαλύτερα νοσοκομεία και αλλαγή στη σύνθεση του προσωπικού. Δυστυχώς, η ευκαιρία αναδιάρθρωσης των νοσοκομείων χάθηκε, αφού αντικαταστάθηκε από μία άνευ ουσίας εσωτερική τακτοποίηση διευθυντικών δικαιωμάτων με πρόσχημα τη «συγχώνευση κλινικών». Μειώνοντας τους υπεράριθμους γιατρούς κατά 6.000 (σε σύνολο 26.000) μπορούσαμε να αυξήσουμε τον αριθμό των νοσηλευτών κατά 10.000, να βελτιώσουμε τη φροντίδα υγείας και να μειώσουμε τη δαπάνη. Ο λόγος δεν είναι μόνο η μισθολογική διαφορά, αλλά και το ότι ο γιατρός στο νοσοκομείο αποτελεί «κέντρο κόστους» που συχνά δεν συνδέεται με τις ανάγκες νοσηλείας των ασθενών. Αντίθετα, η κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών, πχ του ΙΚΑ, με ελάφρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το 7,5% επί των αποδοχών μπορεί να αποτελέσει αναπτυξιακό σοκ στην οικονομία και είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς την επίπτωση στο οικονομικό κλίμα. Ας τολμήσει λοιπόν η Κυβέρνηση, αφού έχασε την ευκαιρία αναδιάρθρωσης της προσφοράς, να ασχοληθεί με τη ζήτηση. Να εξετάσει, δηλαδή, την αναθεώρηση του χρηματοδοτικού μοντέλου του ΕΣΥ προς όφελος του συνόλου της οικονομίας.

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΒΙΑ

Ιουλίου 10, 2011

Πολλοί, κυρίως ξένοι, προσπαθούν, μάταια, να δώσουν λογική εξήγηση στην άρνησή μας να κάνουμε όσα επιβάλλει η αντιμετώπιση ελλειμμάτων και χρέους. Ακόμη περισσότερο ακατανόητος είναι ο τρόπος αντίδρασής μας. Κυβερνήσεις και θεσμοί προσπαθούν να βοηθήσουν, όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία του κ. Σαμαρά. Χώρες, όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όλοι κάνουν λάθη που προσπαθούν να διορθώσουν, κάτι ευκολότερο στο πλαίσιο μίας «οικογένειας», όπως η Ευρωζώνη. Μόνο η Ελλάδα «αντιστέκεται» σαν κάποιον που προσπαθεί να βουτήξει και πολεμάει όσους πάνε να τον κρατήσουν. Ο Απ. Δοξιάδης εντοπίζει την αιτία στα βάθη της ιστορίας και στα τρία κακά της μοίρας μας, δηλαδή την απέχθεια προς το Κράτος, την πεποίθηση πώς για όλα φταίνε οι κακοί ξένοι και στη σχέση αγάπης -μίσους που έχουμε για τον πλούτο, τον οποίο επιζητούμε ακόμα και παράνομα, αλλά θεωρούμε αποτέλεσμα κλεψιάς για τους άλλους. Σωστή η ανάλυση, αλλά δεν χρειάζεται να ψάχνουμε για ερμηνείες, όταν υπάρχουν κοντινές μνήμες και εξηγήσεις που έχουμε ζήσει από κοντά.
Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης σε σχέση με την προδικτατορική Ελλάδα χαρακτηρίζεται από δύο αλλαγές στη σχέση της κοινωνίας με την υλική ευμάρεια,. Η πρώτη αλλαγή, η κοινωνιολογική, είναι αντίδραση στην 7ετία. Μαζί με τη Δημοκρατία, μία νέα μικροαστική τάξη «ποτίσθηκε» με την αίσθηση της διεκδίκησης και του δικαιώματος. Ο Βέγγος του 1960, έγινε ο μικροαστός «κολλητός» του κλεπτοκράτη συνδικαλιστή και του χειριστή κάθε είδους πολιτικής εξουσίας. Πρωτοπόρησε το ΠΑΣΟΚ, αλλά η ΝΔ, ιδιαίτερα στη δεύτερη κυβερνητική θητεία, έδειξε ότι ήταν καλός μαθητής. Η δεύτερη αλλαγή ήταν ηθική, καθώς Δίκτυα κλεπτοκρατών, διαχειρίστηκαν €150 δις σε «πακέτα» και επιδοτήσεις και €350 δις σε κρατικά δάνεια μετά το 1981. Εκατομμύρια καλοπέρασαν και κάποιοι πλούτισαν, χωρίς προσόντα και άκοπα, χάρις στη σχέση τους με τους χειριστές της πολιτικής εξουσίας. Ο θρίαμβος του κιτς βλαχομπαρόκ και του life style της 10ετίας του 1990 κορυφώθηκε με το «ρεσάλτο» του Χρηματιστηρίου. Ίσως η μοναδική μέχρι σήμερα περίπτωση που οι Έλληνες ομονόησαν σε ένα όνειρο , μία «αφήγηση», τον άκοπο πλουτισμό. Ναι, μαζί τα φάγαμε, αλλά τώρα τέλειωσαν.
Το 1820 ο Μπαλζάκ στους «Χωριάτες» περιέγραψε τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας στη Γαλλία μετά το 1789. Περιγράφει πώς η κεντρική εξουσία στο Παρίσι δημιούργησε δίκτυα επιρροής και διασύνδεσης, από πάνω προς τα κάτω, φτάνοντας μέχρι και τον τελευταίο τοπικό αξιωματούχο. Τα δίκτυα αυτά σαρώθηκαν με τις εξεγέρσεις του 1848. Στην Ελλάδα, μετά το 1980, έγινε το ίδιο, αλλά από κάτω προς τα πάνω, αφού η Δημοκρατία έχει άλλες απαιτήσεις από τη Μοναρχία. Έτσι, έχουμε ανταλλαγή υποστήριξης για κυβέρνηση και υπουργούς με εισοδήματα και εργασιακή ασφάλεια για τους «υπηκόους». Ιμάντες μεταφοράς, ή «διαχειριστές» ήταν συνδικαλιστές, τοπικοί και κομματικοί παράγοντες μέσα από δίκτυα κολλητών τα οποία οι ίδιοι κατασκεύαζαν. Το κράτος διορίζει με «καταλόγους» και η ΑΔΕΔΥ εκλέγει κυβερνήσεις και Υπουργούς. Τα πακέτα και τα δάνεια λιπαίνουν τα γρανάζια και εξασφαλίζουν τη λειτουργία πράσινων και γαλάζιων (εκλογικών και όχι μόνο) μηχανών. Τώρα τα κονδύλια τέλειωσαν, αν και πολλά ακούγονται για το ΕΣΠΑ. Οι χειριστές των δικτύων βγάλανε τα λεφτά τους έξω για να αγοράσουν μετά φτηνά σε δραχμές. Τα δίκτυα εξουσίας πεθαίνουν, καθώς οι ιμάντες κόβονται ένας – ένας με κάθε ΔΕΚΟ που ιδιωτικοποιείται. Η ανοχή των μικροαστών που έπαιζαν στο κυβερνητικό παιγνίδι, δηλαδή των ωφελημένων της κομματοκρατίας, τελειώνει, καθώς τελειώνουν τα ανταλλάγματα. Τα δίκτυα δεν σκέφτονται ορθολογικά και αντιδρούν με θυμό. Το αποτέλεσμα είναι τα «δεν πληρώνω», οι «αγανακτισμένοι», και, τελικά οι προπηλακισμοί. Το ΠΑΣΟΚ λαθεύει ψάχνοντας μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ αυτούς που υπονομεύουν τη Δημοκρατία. Θα πρέπει να ψάξει κυρίως στο τέρας που εξέθρεψε και τώρα ψάχνει για τροφή εκεί που δεν υπάρχει.
Ο Θ. Πάγκαλος προκαλεί πολύ και συχνά. Αυτό, όμως, που φοβίζει είναι ότι σχεδόν πάντα έχει δίκιο. Το τελευταίο για τα τανκς ερμηνεύθηκε ιδιοτελώς από τους φλούφληδες της αριστεράς που τσιρίζουν για τη Δημοκρατία ακόμη και όταν οι ίδιοι την κατακρεουργούν. Ο κ. Πάγκαλος, όμως, φοβάται αυτό που θα συμβεί τη μέρα που θα κλείσουν οι τράπεζες. Τότε τη δημοκρατία δεν θα την απειλεί ο … Στρατός, αλλά οι ορδές των σημερινών «αγανακτισμένων» μαζί με τους νοικοκυραίους και τους μπαχαλάκηδες, τα «ορφανά» των δικτύων εξουσίας και τους απολυμένους stagiers. Και οι τράπεζες θα κλείσουν για ένα και μόνο λόγο. Γιατί το ΠΑΜΕ θέλει να ρημάξει τον Τουρισμό, γιατί ο κ. Σαμαράς θέλει … αναδιαπραγμάτευση, γιατί η εφοριακοί θέλουν τη μίζα τους, γιατί κάποιοι Υπουργοί κατέβασαν τα μολύβια και γιατί κανείς μας δεν θέλει να δουλέψει. Ναι, αλλά δεν μπορεί όλη τη δουλειά να την κάνει ο Σόϊμπλε, ο Ρεν και η Τρόικα. Μήπως να κάνουμε κάτι και εμείς, με πρώτο τον κ. Παπουτσή;;; Ίσως έτσι να προστατέψει τη Δημοκρατία και μαζί και την οικογένειά του.