Archive for Νοέμβριος 2008

ΤΟ ΝΕΟ «ΜΕΙΓΜΑ» ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΣΘΕΝΗ

Νοέμβριος 24, 2008

Οταν το 1983 το ΕΣΥ θεμελιώθηκε πάνω στις αρχές της δωρεάν και ισότιμης περίθαλψης όλου του ελληνικού πληθυσμού, αποτέλεσε τεράστια κοινωνική προσφορά, ίσως τη μεγαλύτερη της Μεταπολίτευσης. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο… ελληνικό σύστημα υγείας, με αποτέλεσμα σήμερα να χαρακτηρίζεται τόσο από έλληνες όσο και από ξένους ειδικούς «παράδοξο» και «ασυνήθιστο». Και αυτό γιατί, ενώ το Σύνταγμα κάνει λόγο για «δημόσια υγεία», η ιδιωτική δαπάνη αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και ήδη καλύπτει πάνω από το 50% της συνολικής, ενώ η απαξίωση του συστήματος τα τελευταία χρόνια οδηγεί στην αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Εν μέσω της οικονομικής ύφεσης, η κατάσταση στον χώρο της Υγείας παρουσιάζει

τη χειρότερη εικόνα της. Ορατός είναι ο κίνδυνος να διακόψει τη λειτουργία του το μεγαλύτερο και πλέον σύγχρονο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της χώρας: το Αττικόν, το πολυδιαφημισμένο «στολίδι» του ΕΣΥ, το οποίο διαθέτει ορισμένους από τους αξιολογότερους έλληνες γιατρούς και ιατρικά μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, ουσιαστικά κλείνει λόγω έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού.Οι φαρμακοποιοί, από την πλευρά τους, έπαψαν να χορηγούν φάρμακα στους ασφαλισμένους του Δημοσίου, ενώ οι προμηθευτές απείλησαν με «επιδρομές» σε νοσοκομεία για να επιτύχουν την πληρωμή τους. Το Δημόσιο υπό το βάρος των τεράστιων δαπανών κινδυνεύει να καταρρεύσει οικονομικά και το ΕΣΥ να βάλει λουκέτο. Υπάρχει λύση;

Μετά το 2000 η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα υγείας στην Ελλάδα φαίνεται να συμβαδίζει με την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου ιδεολογήματος της κυριαρχίας της αγοράς. Καθώς η μεσαία τάξη έβλεπε τα εισοδήματά της να αυξάνουν, στράφηκε στην «αγορά» ελευθεριών επιλογής από τον ιδιωτικό τομέα καλύπτοντας το κενό που δημιουργούσε η υποχώρηση του δημόσιου τομέα. Ο τομέας της Υγείας υφίσταται έτσι μια μετάλλαξη που δεν γίνεται αντιληπτή, ίσως επειδή συντελείται σταδιακά. Ο κύριος χαρακτήρας των εξελίξεων είναι η αλλαγή στο μείγμα δημόσιου και ιδιωτικού, τόσο στην προσφορά υπηρεσιών όσο και στην πλευρά της ζήτησης. Η νοσοκομειακή περίθαλψη είναι ήδη κατά 35% ιδιωτική, ο διαγνωστικός τομέας πολύ περισσότερο και οι ιδιωτικές δαπάνες καλύπτουν ήδη το μισό από το συνολικό κόστος της υγείας στη χώρα μας. Ο δημόσιος τομέας, με ανεπαρκή πολιτική διοίκηση, είναι σε άτακτη υποχώρηση και ο ιδιωτικός τομέας αναπληρώνει το κενό, αλλά με τρόπο άδικο για την πλειοψηφία των πολιτών.

Την ίδια ώρα, η Αμερική βιώνει με τον χειρότερο τρόπο την ιδιωτικοποίηση της υγείας. Η General Μotors και άλλες μεγάλες βιομηχανίες γονατίζουν από το βάρος της ασφάλισης υγείας και τα έξοδα νοσηλείας. Η απάντηση του νέου δημοκρατικού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα είναι η κοινωνικοποίηση του βάρους με την ενίσχυση της κοινωνικής <?xml version=»1.0″ encoding=»utf-8″?>ασφάλισης, έστω και al americain. Ζούμε έτσι το παράδοξο το ελληνικό σύστημα υγείας να «αμερικανοποιείται» την ώρα που εξευρωπαΐζεται το αμερικανικό σύστημα. Στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, όμως, σε καθεστώς οικονομικής κρίσης, η πορεία στην Ελλάδα πρέπει να αλλάξει ριζικά, όπως αλλάζει και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Το δημόσιο σύστημα υγείας μας είναι ακραία σπάταλο, αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο. Αποτελείται από δύο σχεδόν ισοδύναμα μέρη, το ασφαλιστικό και το κρατικό. Το πρώτο χρηματοδοτείται από εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων. Σε αδρές γραμμές, το 42% των δαπανών καλύπτει φάρμακα, το 27% τη νοσοκομειακή περίθαλψη και μόνο το 13% διατίθεται για ιατρική φροντίδα. Οι κρατικές δαπάνες από φορολογικά έσοδα καλύπτουν τη μισθοδοσία των νοσοκομείων του ΕΣΥ και των κέντρων υγείας. Οι λειτουργικές δαπάνες των νοσοκομείων θεωρητικά καλύπτονται από νοσήλια που καταβάλλουν οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, αλλά στην πραγματικότητα στο μεγαλύτερο μέρος τους καλύπτονται από το κράτος με τις ανά τριετία ρυθμίσεις χρεών προς τους προμηθευτές. Τα 32 ταμεία υγείας απορροφούν από την κοινωνία περίπου 7 δισ. ευρώ, από τα οποία μόνο το 66% πηγαίνει για υπηρεσίες υγείας και 900 εκατ. ευρώ για διοικητικές δαπάνες. Ο έλληνας εργαζόμενος, μόνος στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ, πληρώνει για ένα συνεχώς απαξιούμενο εθνικό (;) σύστημα υγείας δύο φορές, μία μέσω <?xml version=»1.0″ encoding=»utf-8″?>της Εφορίας και των ταμείων και άλλη μία από την τσέπη του. Το αναποτελεσματικό αυτό σύστημα ασφαλιστικής κάλυψης απορροφά το 22% των δαπανών της κοινωνικής ασφάλισης και απειλεί τις παροχές συντάξεων περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Οταν το καταλάβουν αυτό οι πολίτες θα γίνει σεισμός, αλλά θα είναι αργά για όποιον δεν έχει επεξεργασμένες προτάσεις.

Οι προτάσεις αυτές πρέπει να ανταποκρίνονται στις νέες πραγματικότητες και να είναι ριζοσπαστικές. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να ανακαθορίσει το πεδίο δραστηριότητάς του και να γίνει πιο αποτελεσματικός. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναγνωρίσει τον ρόλο του ιδιωτικού τομέα και να συνεργασθεί μαζί του για τη βελτίωση της συνολικής αποδοτικότητας του τομέα της υγείας. Τα δημόσια νοσοκομεία πρέπει να γίνουν λιγότερα και μεγαλύτερα, με επαγγελματική διοίκηση. Πρέπει να αναβαθμισθούν με εξοπλισμό και προσωπικό και να επικεντρωθούν στα σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, το τραύμα, τον καρκίνο και άλλες σοβαρές και καταστροφικές παθήσεις. Αλλοι τομείς, όπως η αποκατάσταση, η εξωνοσοκομειακή και διαγνωστική ιατρική, μπορούν να καλυφθούν σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα που έχει ήδη αναπτύξει ισχυρή παρουσία. Ταυτόχρονα, ο δημόσιος τομέας πρέπει να αναπτύξει τον εποπτικό και σχεδιαστικό του ρόλο και να ελέγξει την ποιότητα των υπηρεσιών. Τέλος, νέα σχήματα, όπως η οργανωμένη φροντίδα υγείας και η διαχείριση της αρρώστιας, μπορούν να αξιοποιήσουν τεχνογνωσία που έχουν αναπτύξει ιδιωτικοί ασφαλιστικοί φορείς.

Ολα τα παραπάνω πρέπει να στοχεύουν στον περιορισμό της παραοικονομίας με την ένταξη της ιδιωτικής δαπάνης σε μια νέα θεώρηση της ασφάλισης υγείας και της διαχείρισης της ζήτησης. Αυτό θα γίνει με την κατάργηση των ταμείων υγείας και των ασφαλιστικών εισφορών, με ευεργετικά αποτελέσματα για μια οικονομία σε ύφεση, και την καθιέρωση Εθνικής Ασφάλισης Υγείας με κάλυψη από τα αυξημένα φορολογικά έσοδα. Ο ενιαίος φορέας ασφάλισης, που κακώς εγκαταλείφθηκε στο παρελθόν, με κανονισμό παροχών πάνω από το μέσο σημερινό επίπεδο, θα διευκολύνει και τη διαχείριση της ζήτησης με την απεμπλοκή από τον απλά διαμεσολαβητικό και καθόλου παραγωγικό ρόλο των δεκάδων ταμείων υγείας. Η ηλεκτρονική διαχείριση της προσφοράς και των πληρωμών, με τη βοήθεια και εξειδικευμένων φορέων από τον ιδιωτικό τομέα, θα μειώσει το τεράστιο διαχειριστικό κόστος, αυξάνοντας έτσι και το επίπεδο των παροχών. Μόνο έτσι η ήδη υψηλή συνολική δαπάνη υγείας που φθάνει στο 10% του ΑΕΠ θα φύγει από τη σφαίρα της παραοικονομίας και θα αποκτήσει την οικονομική αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα που απαιτεί ένα σύγχρονο σύστημα υγείας.

ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΥΓΕΙΑΣ

Νοέμβριος 7, 2008

Ενα δημόσιο σύστημα υγείας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στις εισφορές των εργαζομένων.

Ο ρόλος της κοινωνικής ασφάλισης είναι η προστασία του πληθυσμού από τις συνέπειες των κινδύνων που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος είτε τυχαία είτε λόγω αρρώστιας και του αναπόφευκτου γήρατος. Σύμφωνα με μια ευρεία ερμηνεία του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» που μας διαφοροποιεί από πολλές άλλες χώρες σε Δύση και Ανατολή, η κοινωνική ασφάλιση (πρέπει να) λειτουργεί «ουδέτερα» σε σχέση με το εισόδημα. Ανεξάρτητα δηλαδή από τις εισοδηματικές διαφορές που μας χαρακτηρίζουν στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, η προστασία όλων μας έναντι των βασικών κινδύνων πρέπει να είναι εξίσου αποτελεσματική και, εν πολλοίς, εκτός των κανόνων της αγοράς. Με την έννοια αυτή, η κοινωνική ασφάλιση (πρέπει να) λειτουργεί και αναδιανεμητικά ως προς το εισόδημα μιας κοινωνίας.

Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιλέξει δύο κύριους τρόπους για τη χρηματοδότηση της προστασίας της υγείας μέσω της κοινωνικής ασφάλισης. Για λόγους ιστορικούς οι αγγλοσαξονικές και οι σκανδιναβικές χώρες, αλλά και ορισμένες μεσογειακές, καλύπτουν τις δαπάνες τους κυρίως από τη φορολογία, δηλαδή με συμμετοχή τόσο της εργασίας όσο και του κεφαλαίου. Αλλες χώρες, κυρίως της Κεντρικής Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία), χρησιμοποιούν δημόσιους ασφαλιστικούς φορείς που χρηματοδοτούνται από εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, δηλαδή κυρίως της εργασίας.

Για πολλά χρόνια οι διαφορές στον τρόπο χρηματοδότησης δεν φαίνεται να επηρέασαν την αποτελεσματικότητα του υγειονομικού συστήματος των χωρών της Ευρώπης. Την τελευταία δεκαετία όμως υπάρχουν συρρέουσες ενδείξεις ότι οι τεκτονικές μεταβολές στην παγκόσμια οικονομία ίσως προκαλέσουν και μεταβολές στη χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και Υγείας. Ο λόγος είναι ότι η συνεχής μεγέθυνση της αμοιβής του κεφαλαίου εις βάρος του μεριδίου της εργασίας, λόγω της παγκοσμιοποίησης των οικονομιών, προκαλεί συρρίκνωση της χρηματοδοτικής βάσης των ασφαλιστικών φορέων που στηρίζονται κυρίως σε εισφορές της εργασίας. Ετσι, η οικονομική υγεία της κοινωνικής ασφάλισης απαιτεί συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού, δηλαδή των εσόδων από τη φορολογία στο σύνολο του ΑΕΠ. Ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης, αν και περιορισμένος, στο 5%-10% των δαπανών (με την εξαίρεση της Ολλανδίας), είναι επίσης πιθανό να αυξηθεί.
Στην Ελλάδα η χρηματοδότηση του συστήματος Υγείας ιστορικά γίνεται από ένα«μεικτό» σύστημα κρατικών δαπανών και δαπανών των 39 «Ταμείων» που δημιουργήθηκαν στον 20ό αιώνα, κυρίως σε επαγγελματική βάση. Δυστυχώς, η προσφάτως επιχειρηθείσα «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» περιορίστηκε σε απλή συγχώνευση ορισμένων ομοειδών Ταμείων σε νέα μεγαλύτερα, αλλά δεν άγγιξε την ουσιαστική δομή του συστήματος ασφαλιστικής προστασίας, που εξακολουθεί να στηρίζεται σε έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων. Η μόνη μεταβολή στην ασφάλιση υγείας ήταν η «δυσμενής» αύξηση των ημερών εργασίας (από 50 σε 100) που απαιτούνται για τη θεμελίωση πλήρους δικαιώματος προστασίας.

Στη 15ετία από το 1992 ως το 2006 ο κρατικός προϋπολογισμός συνεισφέρει συνεχώς λιγότερα στο σύστημα Υγείας και στα Ταμεία συνεχώς περισσότερα. Το 1992 το κράτος κάλυπτε το 41,4% των δημοσίων δαπανών υγείας και τα Ταμεία το 58,6%. Το 2006 το ποσοστό του κράτους έπεσε στο 27% και εκείνο των Ταμείων ανέβηκε στο 73%. Οι ασφαλιστικοί φορείς αντιμετωπίζουν τις άμεσες ανάγκες υγείας εις βάρος των κονδυλίων που διαθέτουν για συντάξεις.
Το 1992 το 66,8% των δαπανών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης κάλυπτε συντάξεις και το 33,2% την Υγεία. Το 2006 η σχέση αυτή είχε αλλάξει σε 59,5% και 40,5% αντιστοίχως. Η Υγεία «φορτώνει» την κοινωνική ασφάλιση με συνεχώς μεγαλύτερα έξοδα εις βάρος των συντάξεων. Η κατάσταση αυτή δεν είναι βιώσιμη και η συνέχισή της θα οδηγήσει σε κοινωνικές εκρήξεις. Η αδυναμία των Ταμείων να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες (για πολλούς λόγους) ανάγκες είναι εμφανής και επιτείνεται από τη διαχειριστική τους ανεπάρκεια και την εισφοροδιαφυγή που φθάνει το 30%. Η πρώτη επίπτωση είναι μια αυτοτροφοδοτούμενη «φούσκα χρεών». Τα Ταμεία χρεώνουν τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών (π.χ. νοσοκομεία), οι οποίοι, με τη σειρά τους, χρεώνουν τους προμηθευτές τους και τελικά διογκώνουν το δημόσιο χρέος με τις κατά καιρούς «ρυθμίσεις» χρεών. Καθώς η δημόσια χρηματοδότηση μειώνεται, αυξάνεται, αναπόφευκτα, η ιδιωτική δαπάνη, που έχει ήδη φθάσει το 46% της συνολικής δαπάνης Υγείας. Η Ελλάδα κατέχει το αμφιλεγόμενο «προνόμιο» της χώρας με τη μεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη και, κατ΄ επέκταση, τον ισχυρότερο ιδιωτικό τομέα Υγείας στην Ευρώπη.
Η χρηματοδότηση ενός δημόσιου συστήματος Υγείας που στοχεύει σε καθολική κάλυψη του πληθυσμού, όπως το ελληνικό ΕΣΥ, δεν μπορεί να γίνεται πλέον μόνο από τις εισφορές των εργαζομένων. Απαιτείται, συνεπώς, στροφή σε μια Εθνική Ασφάλιση Υγείας, με χρηματοδότηση από φορολογικά έσοδα στο σύνολο του ΑΕΠ. Η κατάργηση των ταμείων Υγείας και, φυσικά, και των ασφαλιστικών εισφορών θα έχει σημαντικές θετικές δευτερογενείς συνέπειες για το σύνολο της οικονομίας. Η ελάφρυνση των εργαζομένων θα ενισχύσει την ιδιωτική κατανάλωση σε περίοδο επαπειλούμενης ύφεσης. Η ελάφρυνση των εργοδοτών θα ενισχύσει σημαντικά τη χειμαζόμενη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Και στις δύο περιπτώσεις τα «χαμένα» έσοδα από εισφορές θα επιστρέψουν, εν μέρει, ως φορολογία εισοδήματος και κερδών. Στην τυχόν ένσταση για δυσκολίες αύξησης της φορολογίας, να θυμίσουμε ότι η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη (17%) πραγματική φορολογία των επιχειρήσεων στην ΕΕ και ότι φοροδιαφεύγουν εισοδήματα 70-80 δισ. ευρώ ετησίως. Μια πραγματική ασφαλιστική μεταρρύθμιση, τουλάχιστον στην Υγεία, απαιτεί μεταρρύθμιση του συνολικού μας φορολογικού συστήματος, με φορολόγηση του συνολικού εισοδήματος από εργασία και κεφάλαιο στις γραμμές που ανέπτυξε και ο κ. Γ. Παπανδρέου στην ομιλία του στην Εκθεση της Θεσσαλονίκης.